Σύνοψη:
– Η παγκόσμια κατάσταση χαρακτηρίζεται από την επιβράδυνση της οικονομικής παγκοσμιοποίησης και τη διαμόρφωση ενός νέου διεθνούς συστήματος, πολυπολικού αλλά με τάση προς δυο βασικές διακρατικές συμμαχίες.
– Η ευρεία Αριστερά καλείται να επαναπροσδιορίσει τη φυσιογνωμία και τους στόχους της, με τρόπο που να δίνει πειστικές απαντήσεις στα χαρακτηριστικά και στα προβλήματα της νέας συγκυρίας. Όπως είναι: Το ξέσπασμα πολεμικών συγκρούσεων με ισχυρή έμμεση ανάμειξη των μεγάλων δυνάμεων και η απειλή γενίκευσης των πολέμων. Η άνοδος της νέας ακροδεξιάς και η επικίνδυνη όσμωσή της με την παραδοσιακή δεξιά και κεντροδεξιά. Η κλιματική αλλαγή αλλά και η ανάγκη αποτροπής της με πολιτικές που δεν επιβαρύνουν μονομερώς τα χαμηλά και μεσαία στρώματα – ο στόχος δηλαδή της δίκαιης πράσινης μετάβασης. Η κρίση της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, η στροφή συντηρητικών δυνάμεων προς τον προστατευτισμό και η παγίδευση των εργαζομένων ανάμεσα στις αρνητικές συνέπειες και των δυο τάσεων.
– Απερίφραστη καταδίκη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Διαπραγματεύσεις για την ειρήνη και για λύση με σεβασμό των εξωτερικών συνόρων και της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας αλλά και με διασφαλίσεις αυτοδιοίκησης – αυτονομίας εντός της Ουκρανίας για τις περιοχές με μεγάλο ρωσικό πληθυσμό.
Άμεση ανακωχή στη Γάζα και στον Λίβανο. Επίλυση του Παλαιστινιακού στο πλαίσιο των ψηφισμάτων του ΟΗΕ για δύο ανεξάρτητα κράτη στα σύνορα του 1967.
– Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποδυναμώνεται όλο και περισσότερο στη διεθνή σκηνή, απειλείται από την οικονομική στασιμότητα και βρίσκεται αντιμέτωπη με κρίση ταυτότητας.
– Αποτελεί πλέον υπαρξιακή ανάγκη για την ΕΕ η απελευθέρωσή της από τα ασφυκτικά δεσμά του θεσμοποιημένου νεοφιλελεύθερου δογματισμού. Καθίσταται απολύτως ώριμο το αίτημα για τροποποίηση των Ευρωπαϊκών Συνθηκών με Κεντρική Τράπεζα που λειτουργεί ως δανειστής τελευταίας καταφυγής, αμοιβαιοποίηση του δημόσιου χρέους και αυτόματους σταθεροποιητικούς μηχανισμούς των οικονομιών σε επίπεδο ζώνης του Ευρώ. Μόνον έτσι θα είναι εφικτή η ισχυροποίηση του κοινωνικού πυλώνα της Ένωσης, η σύγκλιση των οικονομιών αλλά και η αποτροπή του αναπτυξιακού μαρασμού που απειλεί την ΕΕ.
– Η περαιτέρω εμβάθυνση της ΕΕ και η ενίσχυση της πολιτικής Ένωσης οφείλουν να συμβαδίσουν με ουσιαστικές δημοκρατικές τομές στη λειτουργία της. Δεν θέλουμε ούτε την αναβίωση των επιμέρους εθνικισμών ούτε τη διαιώνιση της αδιαφανούς συντηρητικής γραφειοκρατίας των Βρυξελλών. Θέλουμε μια δημοκρατική ομοσπονδιακή Ένωση με ουσιαστικό ρόλο του Ευρωκοινοβουλίου και της κοινωνίας των πολιτών.
– Η επιδίωξη των συντηρητικών πολιτικών δυνάμεων είναι η Πράσινη Μετάβαση να μην είναι καθόλου δίκαιη αλλά να επιρρίψουν όλο σχεδόν το οικονομικό και κοινωνικό κόστος της στα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα. Η επιμονή του ΣΥΡΙΖΑ -ΠΣ και συνολικά των δυνάμεων της ευρείας Αριστεράς στον κοινωνικά δίκαιο χαρακτήρα όλων των μέτρων για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής θα κρίνει την αποδοχή των μέτρων αυτών από τον λαό και τελικά την ίδια την επιτυχία τους.
– Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ πρέπει να βάλει στο κέντρο του οικονομικού προγράμματός του την αντιμετώπιση των στρατηγικών προκλήσεων που αντιμετωπίζει η Ελλάδα. Τρείς κύριες από αυτές είναι: Το δημογραφικό ως απειλή για τη βιωσιμότητα της ανάπτυξης και του ασφαλιστικού συστήματος. Η υπέρβαση της “τουριστικής μονοκαλλιέργειας” , η οποία είναι ευάλωτη σε πολλαπλούς κινδύνους. Η ανάπτυξη οικονομικών δραστηριοτήτων που στηρίζονται σε τεχνολογίες αιχμής, ως αναγκαίο παραγωγικό άλμα για την επιστροφή της Ελλάδας στις πραγματικά ανεπτυγμένες οικονομίες.
– Στο καθαρά πολιτικό επίπεδο, η εποχή του “δικομματισμού” στην Ελλάδα έχει παρέλθει. Ο μεγάλος πολιτικός κίνδυνος είναι η παραμονή της ΝΔ στη διακυβέρνηση μέσω μιας μετεκλογικής συμμαχίας με τμήματα της ακροδεξιάς.
– Η εναλλακτική λύση της προοδευτικής διακυβέρνησης αποτελεί ρεαλιστικό στόχο μέσω της συγκρότησης μιας συμμαχίας αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων, όπως έχει εκφραστεί επανειλημμένα στις πολιτικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ.
– Η ειλικρινής επιδίωξη του στόχου αυτού από τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ πρέπει να συνδυαστεί με την ταχεία ανασυγκρότησή του ως κόμμα και την επανασυσπείρωση των πολιτών που τον έχουν εμπιστευτεί πολιτικά και εκλογικά.
– Κρίσιμη σημασία σε αυτή την πορεία θα έχει η επαναβεβαίωση του αξιακού φορτίου που φέρει η δική μας Αριστερά, του “ήθους και ύφους” του χώρου μας, το οποίο έχει τρωθεί από συγκεκριμένες πρακτικές και συμπεριφορές, ιδιαίτερα μάλιστα τον τελευταίο χρόνο.
– Η συλλογικότητα σε όλες τις κομματικές λειτουργίες και σε όλα τα επίπεδα πρέπει να αποκατασταθεί άμεσα και να επιβεβαιωθεί ως έμπρακτο παράδειγμα. Λογικές που επιχειρούν να αναδείξουν προσωπικές “ηγετικές” πρακτικές ως απάντηση στην πολιτική κυριαρχία του Μητσοτάκη είναι αδιέξοδες, γιατί παίζουν με τους κανόνες του αντιπάλου και έτσι δεν μπορούν να είναι νικηφόρες στο σύνολο του εκλογικού σώματος.
1
Τα τελευταία 40 χρόνια έχουν υπάρξει 3 διαφορετικά υποδείγματα λειτουργίας του διεθνούς πολιτικού σκηνικού.
Το 1985 ο κόσμος ήταν μοιρασμένος σε δυο στρατόπεδα με ισχυρό πολιτικο-ιδεολογικό πρόσημο το καθένα και ο Ψυχρός Πόλεμος είχε αναζωπυρωθεί με τον πόλεμο στο Αφγανιστάν και με τις εκατέρωθεν απειλές για εγκατάσταση πυρηνικών πυραύλων Πέρσινγκ και SS-20 στην Ευρώπη.
Μετά το 1990 ξεκίνησε η περίοδος που οι ΗΠΑ ήταν η “μοναδική υπερδύναμη” , ο οικονομικός νεοφιλελευθερισμός κυριάρχησε και σταδιακά παρακολουθήσαμε την ένταξη της Κίνας στις διεθνείς αγορές, που σηματοδότησε περισσότερο από κάθε άλλη εξέλιξη την οικονομική παγκοσμιοποίηση.
Από το 2010 διακρίνεται η αρχή της τάσης για την ανατροπή και αυτού του υποδείγματος, για να φτάσουμε σήμερα στη διαμόρφωση και πάλι δυο στρατοπέδων και μάλιστα να πλησιάζουμε επικίνδυνα στα όρια ένοπλης αναμέτρησής τους. Παρά το ότι οι βασικοί πόλοι είναι οι ίδιοι με την εποχή πριν το 1990, οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ απέναντι σε Ρωσία και Κίνα, η αντιπαράθεσή τους δεν φέρει τα ίδια πρόσημα με παλαιότερες περιόδους και η μηχανική της εξελισσόμενης σύγκρουσης ακολουθεί καινούργιους κανόνες.
Αποτελεί ματαιοπονία να αναζητήσουμε τον “υπεύθυνο” για την κλιμάκωση της έντασης, είτε μονομερώς στις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ είτε μονομερώς στη Ρωσία και την Κίνα.
Οι μεν ΗΠΑ είναι σαφές ότι επιχείρησαν κάποια στιγμή (όχι μόνον επί Μπους του νεότερου αλλά και επί Ομπάμα, όσο και αν ξενίζει αυτό) να επιβάλλουν την αλλαγή καθεστώτων από άκρη σε άκρη του πλανήτη και την “εξαγωγή της δυτικής δημοκρατίας”. Το project αυτό πήγε τόσο καλά όσο η “εξαγωγή επανάστασης” από την Κούβα κατά τη δεκαετία του 1960. Πλήρες χάος. Η Λιβύη και η Συρία βυθίστηκαν σε εμφύλιο πόλεμο. Η ενίσχυση των φιλοδυτικών δυνάμεων στην Ουκρανία ώστε να πραγματοποιήσουν την “επανάσταση του Μεϊντάν” πυροδότησε την αντίστοιχη εξέγερση των φιλορωσικών πληθυσμών στην ανατολική Ουκρανία. Και πολλά άλλα, λιγότερο προβεβλημένα γεγονότα.
Η Κίνα από την άλλη πλευρά, μετά την άνοδο του Ζι στην εξουσία, έθεσε ως στόχο να αναδειχθεί στην ισχυρότερη χώρα του πλανήτη μέχρι το 2049 (στα 100 χρόνια από τη νίκη του Μάο). Όπως πολλοί έχουν επισημάνει, τέτοιοι δημόσιοι στόχοι ενεργοποιούν την “παγίδα του Θουκυδίδη”, δηλαδή την αγωνία της ήδη υφιστάμενης υπερδύναμης να εμποδίσει την ανατροπή των συσχετισμών. Και βέβαια, ο επιθετικός τρόπος με τον οποίο επιδιώκει αυτή την ανάδειξή της η Κίνα, η συνεχής οικειοποίηση τεχνολογιών για τις οποίες δεν διαθέτει “πατέντες”, ο νέος Δρόμος του Μεταξιού με την προσπάθεια ελέγχου αναπτυσσόμενων οικονομιών δια της υπερχρέωσής τους, τα τεχνητά νησιά στη Νότια Σινική Θάλασσα για να αυξηθεί η Κινεζική ΑΟΖ, ενεργοποίησαν τα αμυντικά αντανακλαστικά των ΗΠΑ.
Η δε Ρωσική Ομοσπονδία, μετά τα γεγονότα του Μεϊντάν πραγματοποίησε στρατιωτική εισβολή αρχικά στην Κριμαία και στη συνέχεια στο Ντονμπάς, ήδη από to 2014. Παραβίασε το Διεθνές Δίκαιο και από το 2022 ξεκίνησε έναν κανονικό πόλεμο, με βομβαρδισμούς που επιφέρουν δραματικές απώλειες σε ζωές αμάχων. Οι φρικαλεότητες που είναι συνδεδεμένες με τον πόλεμο στην Ουκρανία δεν επιδέχονται κανένα συμψηφισμό και “αντι-ιμπεριαλιστική” δικαιολόγηση.
Ας σημειωθεί επίσης ότι, όσο πλησιάζαμε στο 2022, είχαμε τη διαρκή μετατόπιση της Ρωσικής ηγεσίας υπό τον Πούτιν από ένα “απλώς” εθνικιστικό καθεστώς σε μια ιδεολογικοποιημένη πλέον ακροδεξιά δικτατορία (με κοινοβουλευτικό μανδύα) , με κορώνες κατά της “διεφθαρμένης Δύσης” και των κοινωνικών δικαιωμάτων και με στήριξη ακόμη και των ακροδεξιών και ρατσιστικών κομμάτων τα οποία μιλούν για τη “μεγάλη αντικατάσταση” στην Ευρώπη.
Έχει ιδιαίτερη σημασία να κατανοήσουμε ότι, με όρους γεωπολιτικής σύγκρουσης, το υποχρεωτικό πολιτικό-ιδεολογικό πρόσημο που έφερε η συγκρότηση του πρώην “σοσιαλιστικού στρατοπέδου” δεν αποτελούσε πλεονέκτημα αλλά μειονέκτημα για αυτό. Η ΕΣΣΔ και η Κίνα δεν μπορούσαν να προσεγγίσουν πχ το Ιράν του Χομεϊνί, το οποίο εκτελούσε μαζικά τους κομμουνιστές Μουτζαχεντίν του Λαού. Αντίθετα μάλιστα, η συνοχή του μπλοκ τους διακυβευόταν από πολιτικές διαφωνίες, όπως στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας, και τελικά από την απευθείας αντιπαράθεση ΕΣΣΔ – Κίνας η οποία είχε ξεκινήσει από πολιτικο-ιδεολογική βάση.
Σήμερα, η άτυπη αλλά παγιωμένη συμμαχία Ρωσίας – Κίνας μπορεί να απευθύνεται με την ίδια άνεση στην Κούβα αλλά και στους μουλάδες του Ιράν ή στις χούντες της Δυτικής Αφρικής. Το πολιτικό πρόταγμα που προβάλλουν για τη συγκρότηση συμμαχιών είναι ένα μίγμα “σύγκρουσης των πολιτισμών” και αντιαποικιοκρατικού – αντιιμπεριαλιστικού λόγου για την απελευθέρωση της πλειοψηφίας του πλανήτη από την κυριαρχία της Δύσης. Με πολλές δόσεις αυταρχισμού, άρνησης στην αναγνώριση των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων και ανοιχτής περιφρόνησης των δημοκρατικών θεσμών.
Επειδή όμως η οικονομική εκμετάλλευση των αναπτυσσόμενων κρατών από τη συλλογική Δύση είναι πραγματικό γεγονός και σε ένα βαθμό ευσταθούν και οι κριτικές περί νεο-αποικιοκρατίας, ο άξονας Κίνας – Ρωσίας έχει εν δυνάμει συμμάχους πολύ πιο ισχυρούς από το Ιράν και τη Δημοκρατία του Νίγηρα.
Τα κράτη – μέλη των BRICS δεν αποτελούν σταθερούς εταίρους για Κίνα -Ρωσία και οι σχετικοί ισχυρισμοί και “αναλύσεις” αποτελούν κυρίως προπαγάνδα. Είναι όμως γεγονός ότι αυτοί οι πολύ σημαντικοί “παίκτες” στη διεθνή σκηνή, η Ινδία, η Βραζιλία και άλλοι, ταλαντεύονται. Ισορροπούν ανάμεσα στην ανάγκη διατήρησης των οικονομικών τους σχέσεων με τη Δύση και στην επιθυμία τους για μεγαλύτερη ανεξαρτησία και φυσικά για περισσότερό σεβασμό των δικαιωμάτων και των αναγκών τους.
Παράλληλα, η ενίσχυση της ακροδεξιάς στην ΕΕ και στις ΗΠΑ αποδυναμώνει τα σημερινά μπλοκ εξουσίας στη Δύση που έχουν θέσει ως στόχο τους την άμεση και ολοκληρωτική ανάσχεση της Ρωσίας. Θα ήταν εκτός των στόχων αυτού του κειμένου η διεξοδική αναζήτηση των αιτίων για αυτό τον εσωτερικό διχασμό της Δύσης, και κυρίως του κατά πόσον υπάρχουν συγκεκριμένα συμφέροντα που επενδύουν σε μια έως και πολεμική αναμέτρηση με τη Ρωσία (ή σε βάθος χρόνου και την Κίνα) και άλλα συμφέροντα που θεωρούν ότι θα επωφελούνταν από μια εξομάλυνση της κατάστασης και μια κατά το δυνατόν επιστροφή στην οικονομική παγκοσμιοποίηση.
Αυτό που πρέπει να μας απασχολήσει είναι το τι σημαίνουν όλα αυτά για την Αριστερά.
2.
Οι μεγάλες αλλαγές στο διεθνές σκηνικό, είχαν και εξακολουθούν να έχουν ως ένα από τα αποτελέσματά τους τον διαρκή επαναπροσδιορισμό της φυσιογνωμίας και των βασικών στόχων της ευρείας Αριστεράς.
Μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και την παράλληλη μετεξέλιξη της Κίνας σε μια μικτή οικονομία με διαρκώς ευνοϊκότερους όρους για τις μεγάλες ξένες ιδιωτικές επενδύσεις, το ιστορικά φιλοσοβιετικό τμήμα της Αριστεράς συρρικνώθηκε. Σε συνθήκες επέλασης του νεοφιλελευθερισμού, τα δυτικοευρωπαϊκά Σοσιαλιστικά κόμματα και η αριστερή πτέρυγα των Δημοκρατικών στις ΗΠΑ δεν μπόρεσαν να προβάλλουν αξιόλογες αντιστάσεις στη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, στην απορρύθμιση των αγορών και στη συγκέντρωση ακόμη μεγαλύτερου ποσοστού του συνολικού πλούτου σε όλο και λιγότερα χέρια. Ο Ευρωκομμουνισμός βρέθηκε να μην έχει συγκεκριμένο πολιτικό επίδικο και, λογικά, εγκαταλείφθηκε ακόμη και ως εξαγγελία. Στη θέση του, με μια έννοια, δημιουργήθηκε ένα ρεύμα ευρωπαϊκών κομμάτων που αυτοτοποθετούνται αριστερά των Σοσιαλιστών και συνδυάζουν στρατηγικά τους δυο μεγάλους στόχους, της ισότητας και της ελευθερίας. Ο λατινοαμερικανικός αριστερός λαϊκισμός επηρεάστηκε λιγότερο, καθώς δεν θίχτηκαν άμεσα οι πολιτικές προϋποθέσεις του. Αντίθετα μάλιστα, χωρίς το φόβητρο της ΕΣΣΔ και την απειλή άμεσων παρεμβάσεων των ΗΠΑ για την αποτροπή του “κομμουνιστικού κινδύνου”, σημείωσε αξιόλογες εκλογικές επιτυχίες.
Ιδιαίτερα στην ΕΕ και στις ΗΠΑ, κατά τις δυο πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα ενισχύθηκε σημαντικά στο εσωτερικό της ευρείας Αριστεράς ο πολιτικός λόγος υπέρ των δικαιωμάτων και της καταπολέμησης του κάθε είδους ρατσισμού, το αίτημα της συμπεριληπτικότητας. Όπως βέβαια ενισχύθηκε και η περιβαλλοντική διάσταση των προτάσεων της Αριστεράς. Σε κάποιες περιπτώσεις αυτή η διαφοροποίηση του πολιτικού λόγου της ευρείας Αριστεράς αντανακλούσε και την υποχώρηση που σημείωσε η κοινωνική- ταξική διάσταση των αγώνων, μέσα στο περιβάλλον της νεοφιλελεύθερης παντοδυναμίας. Αυτό όμως δεν αναιρεί τη σημασία των μαχών που δόθηκαν για τα δικαιώματα και τις κοινωνικές ελευθερίες και των επιτυχιών που σημειώθηκαν σε αυτό το πεδίο. Ανάμεσα στο 1990 και στο 2020, οι δυτικές κοινωνίες έγιναν πιο άδικες ταξικά αλλά πιο δίκαιες όσον αφορά το φύλο, τη φυλή, τον σεξουαλικό προσανατολισμό κλπ.
Σήμερα όμως, η καινούργια κατάσταση διεθνούς πόλωσης και πολεμικής απειλής και οι αρνητικοί συσχετισμοί δυνάμεων που διαμορφώνονται, θέτουν εκ νέου την ευρεία Αριστερά σε αμηχανία. Τα κύρια χαρακτηριστικά της συγκυρίας από την οπτική γωνία της Αριστεράς είναι:
• Η πολύ πραγματική πλέον απειλή μιας γενικευμένης παγκόσμιας σύγκρουσης, είτε με συμβατικά όπλα είτε με πυρηνική κλιμάκωση.
• Η άνοδος της ακροδεξιάς και η όσμωσή της με την παραδοσιακή δεξιά, με αποτέλεσμα τη συμμετοχή της στη διακυβέρνηση σε όλο και περισσότερα κράτη της Δύσης – κρίσιμη σημασία θα έχει το αποτέλεσμα των αμερικανικών εκλογών τον Νοέμβριο. Εκτός από τα παραδοσιακά θέματα της ακροδεξιάς θεματολογίας όπως το μεταναστευτικό και ο κοινωνικός συντηρητισμός – ρατσισμός, η νέα ακροδεξιά προβάλλει με ένταση: Την εναντίωσή της στην παγκοσμιοποίηση και το αίτημα ενός νέου προστατευτισμού για τα εγχώρια προϊόντα. Την αντίθεσή της στις «ελίτ» είτε της Ουάσιγκτον είτε των Βρυξελών, τις οποίες κατηγορεί ότι έχουν αποκοπεί από τον μέσο άνθρωπο. Και στα δυο αυτά, πετυχαίνει να συναντηθεί με πραγματικές αγωνίες ενός τμήματος των λαϊκών στρωμάτων.
• Η παγίωση του εθνικιστικού, περιφερειακά επιθετικού κα απολυταρχικού χαρακτήρα του καθεστώτος Πούτιν και η διαμόρφωση δεσμών του με την ακροδεξιά στη Δύση.
• Η φιλοπόλεμη στάση της ηγεσίας των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, που επιδιώκουν όχι την ανάσχεση της επιθετικότητας της Ρωσίας στην Ουκρανία αλλά την πλήρη στρατιωτική ήττα της και (ανομολόγητα αλλά με σαφήνεια) την αλλαγή καθεστώτος στη Ρωσία, σε μια πυρηνική δύναμη.
• Η εξελισσόμενη υπερθέρμανση του πλανήτη και η ανάγκη ανακοπής της, με πολιτικές που δεν θα ρίχνουν όλο το κόστος των αλλαγών στις οικονομικά ασθενέστερες τάξεις και στρώματα.
• Η πραγματικότητα του μεταναστευτικού προβλήματος και της συνεχούς ενίσχυσης της ακροδεξιάς πάνω στο έδαφος των δυσχερειών στη διαχείρισή του.
• Οι αρνητικές συνέπειες της οικονομικής παγκοσμιοποίησης για την απασχόληση και τους μισθούς των εργαζόμενων στη μεταποίηση σε ΗΠΑ και ΕΕ.
• Αλλά και οι εξίσου αρνητικές συνέπειες που θα είχε για το πραγματικό εισόδημα (καταναλωτική δύναμη) των δυνάμεων της εργασίας μια επιστροφή στον προστατευτισμό και τους οικονομικούς – δασμολογικούς πολέμους.
Στο φως του συνδυασμού όλων των παραπάνω, η ευρεία Αριστερά δεν έχει σήμερα την πολυτέλεια να προτείνει έτοιμες λύσεις από το θεωρητικό και πολιτικό οπλοστάσιο της του τέλους του 20ου αιώνα. Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ καλείται όχι για μια νέα «βίαιη ωρίμανση» αλλά για την κατεπείγουσα επιστροφή στην ενασχόληση με την πολιτική ουσία. Την επιβεβαίωση πλευρών της στρατηγικής και της τακτικής του που παραμένουν επίκαιρες. Αλλά παράλληλα με αυτή την επιβεβαίωση ως στοιχείο συνέχειας, ένα σημαντικό στοιχείο τομής. Την εύρεση απαντήσεων σε ερωτήματα και προβλήματα που δεν είχαν τεθεί από την πραγματικότητα κατά την προηγούμενη περίοδο, ή που έχουν τροποποιηθεί ουσιωδώς οι όροι τους και άρα και το περιεχόμενο των απαντήσεών μας.
3
Για τον πόλεμο στην Ουκρανία: Μια γραμμή ενάντια στον πόλεμο για ειρήνευση με κάθε κόστος καταλήγει στην ταύτιση με τον Πούτιν και την ακροδεξιά, χωρίς να εγγυάται τη μόνιμη ειρήνη. Μια γραμμή υπέρ της στρατιωτικής ήττας της Ρωσίας, πέραν της ταύτισης με τους πιο επιθετικούς κύκλους του ΝΑΤΟ, μπορεί τελικά να συνηγορεί στην έναρξη παγκοσμίου πολέμου. Μια γενικόλογη γραμμή υπέρ του Διεθνούς Δικαίου και της ειρήνευσης ταυτόχρονα, μοιάζει σχετικά ασφαλής αλλά προφανώς δεν λέει τίποτα συγκεκριμένο και άρα δεν θα «αντέξει» στην πολιτική αντιπαράθεση.
Συνεπής με τις αρχές της Αριστεράς και πολιτικά αποτελεσματική ταυτόχρονα μπορεί να είναι μόνον μια πολιτική γραμμή που θα διαφοροποιείται από όλες τις εμπλεκόμενες στη σύγκρουση πλευρές.
Σαφής καταδίκη της Ρωσικής εισβολής, των βομβαρδισμών αμάχων και των λοιπών φρικαλεοτήτων.
Αναγνώριση του ότι οι Ρωσικής καταγωγής πολίτες στην Κριμαία και στο Ντονμπάς, μετά τον αιφνιδιαστικό για αυτούς διαχωρισμό Ρωσίας – Ουκρανίας το 1991 και μετά τα πολιτικά γεγονότα του 2014 έχουν δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού και αυτονομίας, αλλά με σεβασμό των εξωτερικών συνόρων της Ουκρανίας και χωρίς αναγνώριση των μονομερών προσαρτήσεων περιοχών στη Ρωσική Ομοσπονδία .
Υποστήριξη μιας λύσης που σέβεται την ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας αλλά και τα δικαιώματα των Ρωσικής καταγωγής Ουκρανών πολιτών, ενάντια στον εθνικισμό και από τις δυο πλευρές και ως αποτέλεσμα μιας λύσης μέσω διαπραγματεύσεων. Πλήρης αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων.
Όχι στην ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ το οποίο έχει στοχοποιήσει τη Ρωσία. Διαμόρφωση ενός συστήματος συλλογικής ασφάλειας στην Ευρώπη που δεν επιζητά την περιθωριοποίηση και την αποδυνάμωση της Ρωσίας, εντός του οποίου θα απολαμβάνει πλήρεις στρατιωτικές εγγυήσεις και η Ουκρανία.
Για τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή: Καταδίκη της επιθετικής στάσης του Ισραήλ, των φονικών βομβαρδισμών στη Γαζά και στον Λίβανο, της πολιτικής των εποικισμών. Διεθνής πίεση για να σταματήσει άμεσα η αιματοχυσία. Καμιά ταύτιση με τη Χαμάς, ξεκάθαρη καταδίκη της επίθεσης της 7ης Οκτωβρίου.
Μόνη λύση στο Μεσανατολικό -Παλαιστινιακό πρόβλημα είναι η εφαρμογή των ψηφισμάτων του ΟΗΕ για δυο κυρίαρχα κράτη στα σύνορα του 1967.
4.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση παρέμεινε αρκετά χρόνια σε μια κατάσταση στασιμότητας και αποτελμάτωσης. Σήμερα, κάνει πλέον βήματα προς τα πίσω.
Κυρίαρχος εκφραστής της πολιτικής της «συλλογικής Δύσης» στη διεθνή σκηνή είναι το ΝΑΤΟ. Ειδικά μάλιστα μπροστά στο κρισιμότερο γεγονός των τελευταίων ετών, τον πόλεμο στην Ουκρανία, τα κράτη – μέλη της ΕΕ προσέρχονται στον διάλογο που πραγματοποιείται στο ΝΑΤΟ κατά μόνας και με τις διαφορετικές προσεγγίσεις τους δημοσιοποιημένες. Αποτέλεσμα αυτού είναι η Βρετανία, λίγα μόλις χρόνια μετά τη βασανιστική για την ίδια αποχώρηση από την ΕΕ, να έχει πρακτικά μεγαλύτερο διεθνές βάρος στη διαχείριση της Ουκρανικής κρίσης από ολόκληρη την ΕΕ.
Η ισχυροποίηση των ΗΠΑ απέναντι στην ΕΕ είναι πρωτοφανής για την περίοδο μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η ενεργειακή αυτονόμηση της ΕΕ από τις ΗΠΑ και τη Μέση Ανατολή, που στηριζόταν σε σχεδιασμό δεκαετιών, χάθηκε πολιτικά μέσα σε μια νύχτα. Η επάρκεια της ΕΕ σε ενέργεια εξαρτάται πλέον από τα δεξαμενόπλοια LNG και το κόστος της είναι πολύ μεγαλύτερο, προς μεγάλη χαρά των αμερικανών παραγωγών σχιστολιθικού πετρελαίου και αερίου.
Οικονομικά, η ΕΕ βαδίζει πλέον στην οριογραμμή μεταξύ στασιμότητας και ύφεσης. Εκτός από το αυξημένο ενεργειακό κόστος, είναι αντιμέτωπη με τη μείωση των εξαγωγών στην Κίνα αλλά και με τη συνολικά φθίνουσα πορεία της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητάς της. Ενώ λοιπόν η Γερμανία παλεύει για να αποφύγει την ύφεση, η Γαλλία και η Ιταλία βρίσκονται στο κατώφλι της επιτήρησης λόγω υπέρμετρου δημόσιου χρέους. Όλα αυτά μάλιστα ενώ υπάρχει συνεχής πίεση από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ για την αύξηση των αμυντικών δαπανών στην ΕΕ.
Ενδεικτική των διαχρονικών προβλημάτων της ΕΕ είναι η εξέλιξη του ονομαστικού ΑΕΠ στην ΕΕ και σε άλλες μεγάλες οικονομίες από το 2000 μέχρι σήμερα. Η εξέλιξη του ονομαστικού ΑΕΠ είναι αλήθεια ότι δεν μας δίνει την πλήρη εικόνα της ανάπτυξης μιας οικονομίας γιατι επηρεάζεται από τις ισοτιμίες των νομισμάτων με το δολάριο αλλά και από τις διαφοροποιήσεις στην πραγματική αγοραστική δύναμη των καταναλωτών στην κάθε οικονομία. Ωστόσο, αποτελεί επαρκές εργαλείο για να αξιολογήσουμε την αναπτυξιακή επίδοση, ιδιαίτερα στην ΕΕ, όπου η διαφορά ανομαστικού ΑΕΠ και ΑΕΠ(ppp) είναι σχετικά μικρή.
Επειδή ο αριθμός των κρατών- μελών της ΕΕ έχει υποστεί διαφοροποιήσεις από το 2000 (είσοδος αρκετών κρατών αλλά και αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου), θα εξετάσουμε τις αθροιστικές επιδόσεις των 5 μεγαλύτερων οικονομικών της Ευρωζώνης – Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Ολλανδία.
Το 2000 το ΑΕΠ των ΗΠΑ ήταν 10,25 τρις δολάρια και το 2024 28,78 τρις δολάρια.
Το 2000 το ΑΕΠ της Κίνας ήταν 1,21 τρις δολάρια και το 2024 18,53 τρις δολάρια.
Το 2000 το ΑΕΠ της Ινδίας ήταν 0,47 τρις δολάρια και το 2024 3,95 τρις δολάρια.
Το 2000 το ΑΕΠ των 5 μεγαλύτερων οικονομιών της Ευρωζώνης ήταν 5,43 τρις δολάρια και το 2024 ήταν 12,83 τρις δολάρια.
Δηλαδή το ονομαστικό ΑΕΠ της Κίνας μεγάλωσε κατά 15 φορές στο διάστημα 2000-2024, της Ινδίας κατά 8,5 φορές, των ΗΠΑ κατά 2,8 φορές και των 5 μεγαλύτερων οικονομιών της Ευρωζώνης κατά 2,3 φορές. Σε όρους ΑΕΠ(ppp) οι 5 μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωζώμης βρίσκονται περίπου στα 17 τρις και η Ινδία στα 14,5 τρις, σύντομα θα τις προσπεράσει.
Πολιτικά, η ακροδεξιά συμμετέχει στην κυβέρνηση σε 7 από τα 27 κράτη- μέλη, που πιθανόν να γίνουν 8 με την Αυστρία. Στη Γαλλία και στη Γερμανία η ακροδεξιά δεν συμμετέχει στην κυβέρνηση, αλλά καταγράφει συνεχή άνοδο. Η σημαντικότερη συνέπεια αυτής της πανευρωπαϊκής ισχυροποίησης της ακροδεξιάς είναι ότι η παραδοσιακή δεξιά και κεντροδεξιά σέρνονται στην υιοθέτηση πολιτικών της ακροδεξιάς. Η επιλογή Μπαρνιέ για τη θέση του πρωθυπουργού στη Γαλλία αποτελεί ουσιαστικά μια συνθηκολόγηση του Μακρόν και της παραδοσιακής γαλλικής δεξιάς με τη Λε Πεν. Το θλιβερό προνόμιο της συνθηκολόγησης με την ακροδεξιά διεκδικεί όμως και η γερμανική κυβέρνηση Σοσιαλιστών και Πρασίνων, με την απόφαση για το κλείσιμο των συνόρων. Αυτή την πολιτική του κατευνασμού της ακροδεξιάς (έκφραση που εσκεμμένα παραπέμπει στη συμφωνία του Μονάχου Δύσης – Χίτλερ το 1938) κατήγγειλε με άρθρο του στον Guardian ακόμη και ο Γκόρντον Μπράουν, ο πολύ «μετριοπαθής» πρωθυπουργός των Εργατικών το 2009-2010.
Δεν λείπουν βέβαια και οι φωνές που καλούν την ΕΕ σε εγρήγορση και στην ανάληψη – επιτέλους- κάποιων ουσιαστικών και αποτελεσματικών πρωτοβουλιών, όπως οι προτάσεις του άλλου «μετριοπαθούς» πολιτικού, του Μάριο Ντράγκι, για τον κοινό δανεισμό των κρατών – μελών, ζήτημα στο οποίο θα αναφερθούμε στη συνέχεια. Είναι τόσο βαθιά και επικίνδυνη η κρίση της ΕΕ που αισθάνονται υποχρεωμένοι να τοποθετηθούν και να υποστηρίξουν ρηξικέλευθες για τα μέχρι σήμερα δεδομένα λύσεις, ακόμη και πολιτικοί που – από τις θέσεις που κατείχαν- ανήκουν στους πιο στενούς κύκλους των ελίτ.
Οι αντιδράσεις όμως του σκληρού νεοφιλελεύθερου πυρήνα στην ΕΕ, των δογματικών της δημοσιονομικής σταθερότητας για να είμαστε ακριβείς, παραμένουν ανυποχώρητες. Με αποτέλεσμα να αναπαράγεται και να διευρύνεται μια καταστροφική και στις δυο πλευρές της αντίθεση.
Η μια πλευρά της είναι οι συντηρητικές δυνάμεις που απαιτούν επίμονα λιτότητα και δημοσιονομικούς περιορισμούς σε όλη την Ευρώπη, αλλά είναι πλέον αμφίβολο αν διαθέτουν κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο για το μέλλον, έστω και από τη δική τους οπτική γωνία. Περισσότερο φαίνεται να λειτουργούν ευκαιριακά, να διαφυλάσσουν τα άμεσα συμφέροντα των πολύ πλούσιων και την ομαλή λειτουργία των αγορών κεφαλαίου (δηλαδή της τρέχουσας φούσκας). Σε αυτό τον τομέα, του μεσο- μακροπρόθεσμου σχεδιασμού, υστερούν πολύ έναντι των ΗΠΑ, της Κίνας, της Ιαπωνίας, ακόμη και άλλων.
Η άλλη πλευρά της αντίθεσης είναι η αυξανόμενη απήχηση της ακροδεξιάς όχι μόνον στα μεσαία αλλά και στα φτωχότερα στρώματα, καθώς αυτά δεν βλέπουν μια σαφή διέξοδο από την πλευρά της ευρείας Αριστεράς. Οι εκφραστές των ευρωπαϊκών ελίτ καταγγέλλουν τον «ακροδεξιό λαϊκισμό» και η ακροδεξιά καταγγέλλει τις «ελίτ των Βρυξελλών». Σύγκρουση και αντίθεση καταστροφική για την Ευρώπη και τους λαούς της, ακριβώς επειδή δεν είναι αγεφύρωτη. Κάποια στιγμή βρίσκεται ή επινοείται κάποιος Μπαρνιέ και περνάμε σταδιακά σε άλλη, ακόμα χειρότερη ιστορική φάση, σύγκλισης των ελίτ με την ακροδεξιά.
Παρά ταύτα, βλέποντας και τις γενικότερες εξελίξεις στο διεθνές σκηνικό, οφείλουμε να επιμείνουμε ότι η Ενωμένη Ευρώπη είναι το κοινό μας σπίτι, ότι παραμένει το πλέον προνομιακό πεδίο για την πολιτική και κοινωνική παρέμβαση των εργαζομένων και συνολικά των δυνάμεων της μεγάλης λαϊκής πλειοψηφίας.
Είναι όμως προφανές ότι κάποια πράγματα πρέπει να αλλάξουν στην Ευρώπη.
5.
Η θεσμική αρχιτεκτονική της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ακόμη περισσότερο της ζώνης του Ευρώ αντανακλά τη μακρόχρονη ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού στην Ευρώπη. Αυτή η συχνά επαναλαμβανόμενη επισήμανση χρήζει περαιτέρω ανάλυσης, ώστε να καταδείξουμε ότι δεν πρόκειται για έναν γενικόλογο αφορισμό. Πολύ συγκεκριμένες επιλογές πολιτικής ενσωματώθηκαν θεσμικά στις Συνθήκες της ΕΕ και περιβλήθηκαν έτσι με κύρος, ώστε να προβάλλονται σήμερα από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές δυνάμεις της Ευρώπης ως θέσφατα και αυτονόητα. Ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για θεσμίσεις οι οποίες, εκφράζοντας μια δογματική προσήλωση στον νεοφιλελευθερισμό, έχουν προκαλέσει και συνεχίζουν να προκαλούν σοβαρά προβλήματα στις Ευρωπαϊκές οικονομίες. Σε τελευταία ανάλυση, η εναντίωση σε αυτές και το αίτημα αλλαγής τους θα έπρεπε να εκφράζει όχι μόνον την Αριστερά αλλά ακόμη και συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις, εφόσον αυτές πράγματι επιδιώκουν την οικονομική ανάπτυξη στην Ευρώπη και τη διατήρηση της όποιας οικονομικής ανταγωνιστικότητας διαθέτει ακόμη απέναντι στις ΗΠΑ, την Κίνα ή και κάποιες αναδυόμενες οικονομίες.
Το κυρίαρχο πρόβλημα με την ζώνη του Ευρώ είναι ότι εξ αρχής δεν αποτελούσε την ιδεώδη περιοχή για την υιοθέτηση κοινού νομίσματος, δεν αποτελούσε Άριστη Νομισματική Περιοχή. Οι αποκλίσεις μεταξύ των οικονομιών είναι μεγάλες, η κινητικότητα των εργαζόμενων δυσχεραίνεται από τις τόσες γλωσσικές διαφορές, οι μεγάλες βιομηχανίες δεν έχουν ενοποιηθεί σε διακρατικό επίπεδο. Ακόμη και στον γεωπολιτικά σημαντικό τομέα των αμυντικών συστημάτων, οι Γάλλοι έχουν τις δικές τους βιομηχανίες, οι Γερμανοί τις δικές τους κ.ο.κ.
Ο κίνδυνος που ελλοχεύει από την υιοθέτηση κοινού νομίσματος (άρα κοινής Κεντρικής Τράπεζας, νομισματικής πολιτικής, δημοσιονομικών κανόνων κλπ) σε μια μη Άριστη Περιοχή, είναι να οξυνθούν αντί να αμβλυνθούν οι περιφερειακές ανισότητες. Στη συνέχεια, οι οικονομικές δυσχέρειες των πιο αδύναμων οικονομιών θα επηρεάσουν αρνητικά και τις πιο ισχυρές.
Η λογική λύση, εφόσον αποφασίστηκε η υιοθέτηση του κοινού νομίσματος, θα ήταν οι κανόνες λειτουργίας της ζώνης του Ευρώ και πρώτα και κύρια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να ενισχύουν όσο γίνεται περισσότερο τη σύγκλιση των οικονομιών και να αντιμετωπίζουν τα προβλήματα που αντικειμενικά δημιουργούνται από τις διαφορές και αποκλίσεις των οικονομιών οι οποίες καλούνται να λειτουργήσουν με το κοινό νόμισμα. Στην Ευρώπη λοιπόν έγινε το ακριβώς αντίθετο.
Η ΕΚΤ κατέχει την παγκόσμια πρωτοτυπία να είναι μια Κεντρική Τράπεζα στην οποία απαγορεύεται να δανείζει τα κράτη – μέλη. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ όχι απλώς έχει αυτή τη δυνατότητα αλλά την εφαρμόζει μετ’ επιτάσεως κάθε φορά που παρίσταται ανάγκη (κρίση του 2008, κορωνοϊός αλλά και επιμέρους παρεμβάσεις). Αυτά τα “χρήματα που πετάγονται από το ελικόπτερο” όπως λέγεται στις ΗΠΑ, έχουν επανειλημμένα διασώσει την αμερικανική οικονομία. Την ίδια ακριβώς δυνατότητα διαθέτουν η Κεντρική Τράπεζα της Βρετανίας, της Ιαπωνίας, της Κίνας, της Ελβετίας.
Επακόλουθο της απαγόρευσης προς την ΕΚΤ να αποτελεί τον “δανειστή τελευταίας καταφυγής” για τις εθνικές κυβερνήσεις στη ζώνη του Ευρώ είναι το δεύτερο στρατηγικό πρόβλημα, η μη αμοιβαιοποίηση του δημόσιου χρέους. Η Γαλλική κυβέρνηση δανείζεται ξεχωριστά από τις άλλες, η Ιταλική το ίδιο, ως γνωστόν και η Ελληνική. Τα επιτόκια δανεισμού τους είναι διαφορετικά και προκύπτουν τα περίφημα spreads, δηλαδή η διαφορά στο επιτόκιο δανεισμού από το επιτόκιο με το οποίο δανείζεται η Γερμανία. Όταν ανέβουν τα spreads ο δανεισμός γίνεται ακριβότερος και δυσκολότερος και σταθερά πλέον πλανιέται πάνω από την Ευρώπη το φάντασμα νέων μνημονίων.
Για να μπορέσει να υπάρξει κοινός δανεισμός όλων των κρατών, αφού δεν παίζει αυτό τον ρόλο η ΕΚΤ, απαιτούνται πολιτικές αποφάσεις με ομοφωνία των κυβερνήσεων, κάτι που απαιτεί χρονοβόρες διαπραγματεύσεις και εμπεριέχει πολλαπλούς εκβιασμούς. Μέσα από όλη αυτή τη θεσμική μεθόδευση, διασφαλίζεται στο διηνεκές η ικανοποίηση της γερμανικής και βορειοευρωπαϊκής απαίτησης για διαρκή δημοσιονομική πειθαρχία.
Τα σοβαρότατα προβλήματα που δημιουργούνται για την αναπτυξιακή προοπτική της ζώνης του Ευρώ (και τελικά ακόμη και των ισχυρότερων οικονομιών της όπως είπαμε) έχουν γίνει πλέον αντιληπτά και από τμήμα των κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων στην ΕΕ. Κατά την περίοδο της πανδημίας του κορωνοϊού υπήρξε μια χαλάρωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας ενώ το Ταμείο Ανάκαμψης αποτέλεσε μια μορφή κοινού δανεισμού αλλά και μια ενίσχυση των δημοσιονομικών μεταβιβάσεων στο εσωτερικό της ζώνης του Ευρώ.
Αυτά όμως είναι ημίμετρα. Ας σκεφτούμε ότι οι ασύμμετρες οικονομικές κρίσεις, δηλαδή κρίσεις εντοπισμένες σε κάποια Πολιτεία, είναι συνηθισμένες στις ΗΠΑ. Έρχεται λοιπόν ο ομοσπονδιακός προϋπολογισμός και λειτουργεί ως αυτόματος σταθεροποιητής της οικονομίας. Οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων σε κάθε Πολιτεία είναι εγγυημένοι, ομοσπονδιακά χρηματοδοτούμενα έργα και κρατικές παραγγελίες εκτελούνται, και μέσω αυτών διαχέεται περισσότερο χρήμα στην κάθε τοπική οικονομία.
Η ευρεία Αριστερά στην ΕΕ και κυρίαρχα στη ζώνη του Ευρώ έχει θέσει κατά καιρούς αυτά τα ζητήματα. Δεν είναι νοητό να υπάρχει οποιαδήποτε στιγμή υποχώρηση από αυτά. Δεν υπάρχει συγκυρία στην οποία οι στόχοι αυτοί να μην αποτελούν απόλυτη προτεραιότητα αλλά να πρέπει να υποσταλούν για κάποια άλλη στιγμή με “καλύτερους συσχετισμούς”. Χωρίς Κεντρική Τράπεζα που λειτουργεί ως δανειστής τελευταίας καταφυγής, αμοιβαιοποίηση του δημόσιου χρέους και αυτόματους σταθεροποιητικούς μηχανισμούς των οικονομιών σε επίπεδο ζώνης του Ευρώ, η μια κρίση θα διαδέχεται την άλλη. Η ανάπτυξη θα είναι αναιμική, οι επενδύσεις στην εκπαίδευση και στην καινοτομία ανεπαρκείς, η Πράσινη Μετάβαση θα καθυστερεί και δεν θα είναι δίκαιη, το κοινωνικό κράτος θα αποσαρθρώνεται λόγω έλλειψης πόρων, η ενιαία εξωτερική πολιτική και άμυνα δεν θα έχει οικονομικά πόδια να στηριχτεί.
6.
Τα προηγούμενα έχουν σοβαρότατες συνέπειες και στο αμιγώς πολιτικό επίπεδο. Δεν μπορούμε να ελπίζουμε στη διαμόρφωση μιας συνείδησης Ευρωπαίου πολίτη, στην αναγέννηση της εμπιστοσύνης των πολιτών στό Ευρωπαϊκό οικοδόμημα, χωρίς οικονομικές λειτουργίες που εκφράζουν την έμπρακτη αλληλεγγύη προς όλους και την επιδίωξη της πραγματικής σύγκλισης των οικονομιών. Χωρίς την κατοχύρωση των στόχων της ανάπτυξης και της στήριξης του κοινωνικού κράτους ως ισότιμους με την επιδίωξη δημοσιονομικής ισορροπίας. Χωρίς το σταμάτημα των πολιτικών της ατέρμονης λιτότητας.
Παράλληλα, η ΕΕ έχει άμεση ανάγκη να αλλάξει και στις πολιτικές της δομές. Οι διαδικασίες λήψης των αποφάσεων στην ΕΕ είναι γραφειοκρατικές, αδιαφανείς και αποκομμένες από τον μέσο πολίτη. Το Ευρωκοινοβούλιο, το μόνο όργανο που εκλέγεται άμεσα από τους Ευρωπαίους πολίτες, παραμένει αδύναμο. Τα πραγματικά κέντρα εξουσίας, το Συμβούλιο Κορυφής και η Επιτροπή, λειτουργούν ως μια διαρκής διακρατική διαπραγμάτευση και τα τελευταία χρόνια εκφράζουν κυρίως τη σύγκρουση μεταξύ του αποδυναμωμένου γαλλογερμανικού άξονα που επιδιώκει την εμβάθυνση της Ένωσης και όσων κυβερνήσεων αντιδρούν στην εμβάθυνση, , κυρίως επειδή σε αυτές συμμετέχει η ακροδεξιά.
Επιδίωξη όμως της ευρείας Αριστεράς δεν πρέπει να είναι απλώς η εμβάθυνση της ΕΕ αλλά ο εκδημοκρατισμός των λειτουργιών της μέσα από την ενίσχυση της πολιτικής Ένωσης. Δεν θέλουμε μια Ευρωπαϊκή Αυτοκρατορία αλλά μια δημοκρατική ομοσπονδιακή ή συνομοσπονδιακή Ευρώπη, με ουσιαστική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, και όχι με τη μορφή “λευκής επιταγής”, υποστηρίζουμε την ενίσχυση της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Άμυνας.
Κεντρικός στόχος πρέπει να είναι η σύγκλιση των τριών “οικογενειών” της ευρείας Αριστεράς στην Ευρώπη (Σοσιαλιστές, Αριστερά, Πράσινοι) σε ένα κοινό σχέδιο που διεκδικεί την τροποποίηση των Ευρωπαϊκών συνθηκών σε αυτές τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές κατευθύνσεις. Τώρα πια, ακόμη και παραδοσιακοί τεχνοκράτες της ΕΕ όπως ο Μάριο Ντράγκι αποτελούν συμμάχους σε μια τέτοια προσπάθεια. Οτιδήποτε λιγότερο, όπως μια συνέχιση των ημίμετρων και των παραδοσιακών “παυσίπονων” ή η φοβία που συχνά εκφράζεται ότι το αίτημα τροποποίησης των Συνθηκών θα δώσει βήμα και ευκαιρίες στην ακροδεξιά, θα έχει το αντίθετο αποτέλεσμα. Θα επιταχύνει τη φθορά και την απαξίωση στην οποία έχει εισέλθει το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα, θα δώσει ακόμη μεγαλύτερη ώθηση στους επιμέρους εθνικισμούς και θα ενισχύσει την σπειροειδή βύθιση των Ευρωπαϊκών οικονομιών. Το συμφέρον της κοινωνικής πλειοψηφίας είναι να αποτρέψουμε μια τέτοια εξέλιξη.
7.
Στον βαθύτερο πυρήνα των απόψεων της, η νέα ακροδεξιά ή alt-right δεν έχει θεμελιώδεις διαφορές από την ακροδεξιά του Μεσοπόλεμου. Ρατσισμός, μίσος προς κάθε διαφορετικότητα, εχθρότητα προς τις ελευθερίες, αντιαριστερή εμπάθεια, αντικοινωνικές πρακτικές και η σκόπιμα ασαφής επίκληση μιας υποτιθέμενης εθνικής πλειοψηφίας την οποία θα εκφράσει και θα προστατεύσει από κάθε είδους εξωτερικούς και εσωτερικούς εχθρούς.
Το άμεσο ερώτημα που προκύπτει είναι, γιατί αυτό το ξαναζεσταμένο φαγητό έχει γίνει ξανά τόσο δημοφιλές και μάλιστα, όπως και πριν 100 χρόνια, έχει ισχυρή απήχηση μέσα σε λαϊκά στρώματα.
Η εύκολη απάντηση είναι ότι η ακροδεξιά παραπλανά μέσα από την παραπληροφόρηση και επίσης ότι εκμεταλλεύεται τα πραγματικά προβλήματα του λαού για να διαδώσει την προπαγάνδα της. Σωστό αυτό, αλλά ανεπαρκές ως μοναδική ερμηνεία. Επειδή, σε τελευταία ανάλυση, αποδίδει την ενίσχυση της ακροδεξιάς κυρίως σε κάποιες επικοινωνιακές ικανότητες της ηγεσίας της, οι οποίες εκτός των άλλων παραμένουν αναπόδεικτες. Γιατί δεν αποτελεί βέβαια χαρισματική προσωπικότητα ο Κυριάκος Βελόπουλος !
Προϋπόθεση λοιπόν για να χαράξουμε μια αποτελεσματική πολιτική ανάσχεσης της ακροδεξιάς είναι να προσδιορίσουμε με συγκεκριμένο τρόπο τις κοινωνικές αντιθέσεις τις οποίες αξιοποιεί αλλά και τις αιτίες που οι όποιες «απαντήσεις» δίνει στα προβλήματα βρίσκουν ακροατήριο. Η ανάλυση αυτή παρουσιάζει ομοιότητες αλλά και σημαντικές διαφορές από χώρα σε χώρα, οπότε ας επικεντρωθούμε απευθείας στην περίπτωση της Ελλάδας.
• Ας ξεκινήσουμε από τα πραγματικά προβλήματα στα οποία αναφερθήκαμε πριν και κυρίως αυτά που έχουν κοινωνική – ταξική διάσταση. Ανεργία, αύξηση της φτώχειας, ακρίβεια, υποβάθμιση των κοινωνικών παροχών του κράτους. Είναι κοινή παραδοχή ότι η ακροδεξιά παρουσιάζει σημαντική ενίσχυση σε λαϊκές περιοχές της Αττικής και της Θεσσαλονίκης όπου τα προβλήματα αυτά γίνονται ιδιαίτερα αισθητά. Αυτό όμως από μόνο του δεν μας κάνει περισσότερο σοφούς. Γιατί δεν παρουσιάζουν αλματώδη άνοδο σε αυτές τις περιοχές τα κόμματα της Αριστεράς, είτε ως ψήφος ελπίδας για μια αλλαγή είτε έστω ως ψήφος διαμαρτυρίας; Δεν μπορεί και για αυτό να ευθύνεται η κρίση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, γιατί είναι ξεκάθαρη η αδυναμία όλων των δυνάμεων της Αριστεράς (συμπεριλαμβανομένου του ΚΚΕ παρ’ όλη τη διακηρυκτική «αγωνιστικότητά» του) να εκφράσουν αποτελεσματικά την προφανή αγωνία αυτών των λαϊκών περιοχών. Υπάρχει λοιπόν κοινωνική διάσταση στις αιτίες ενίσχυσης της ακροδεξιάς αλλά χρήζει ερμηνείας με τη σειρά της.
• Δίπλα στα καθαρά κοινωνικά αίτια της ενίσχυσης της ακροδεξιάς υπάρχουν και άλλα, που ανάγονται στο κλασσικό “εποικοδόμημα”, στη σφαίρα της πολιτικής και των αντιλήψεων για τον κόσμο. Η σύγχρονη Ελλάδα πάντα είχε ακροδεξιά. Αυτή αποτέλεσε διαδοχικά: Τη βάση στήριξης της δικτατορίας του Μεταξά. Κατά ένα μέρος της, τη δεξαμενή από την οποία αντλήθηκαν οι συνεργάτες των Ναζί στην Κατοχή. Κατά τον εμφύλιο και το μετεμφυλιακό κράτος τον πιο σκληρό βραχίονα των κυβερνήσεων της τότε δεξιάς. Τη βάση στήριξης της επτάχρονης χούντας.
Μετά τη μεταπολίτευση και με την αρχική επιλογή του Καραμανλή να μη δεχθεί την εκ νέου ενσωμάτωσή των ξεφωνημένων χουντικών στη δεξιά-,τη ΝΔ πλέον, η ακροδεξιά πραγματοποίησε την πρώτη αξιόλογη εκλογική καταγραφή της το 1977 ως Εθνική Παράταξις, συγκεντρώνοντας το όχι ευκαταφρόνητο 7%. Αναμφίβολα όμως το πραγματικό ποσοστό των ακροδεξιών ήταν μεγαλύτερο, καθώς ιστορικά στελέχη του προδικτατορικού αντικομμουνισμού και του αυταρχικού κράτους τα οποία είχαν “φυλαχτεί” κατά την περίοδο της χούντας βρήκαν τη θέση τους στη ΝΔ, ακόμη και στην πρώτη κοινοβουλευτική της ομάδα.
Στο διάστημα μέχρι το 1980, η ανάγκη να συγκεντρώσει στη Βουλή αυξημένη πλειοψηφία ώστε να εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας οδήγησε τον Καραμανλή να ενσωματώσει τους βουλευτές και άρα και τη βάση της ακροδεξιάς στη ΝΔ. Οπότε η ΝΔ πορεύτηκε ως ταυτόχρονη έκφραση όλων των εκδοχών της “δεξιάς πολυκατοικίας” μέχρι την αποχώρηση από αυτήν του Γ. Καρατζαφέρη, ο οποίος και πάλι εξέφρασε μέσω του ΛΑΟΣ τμήμα μόνον των ακροδεξιών ψηφοφόρων.
Συνοψίζοντας, στη σύγχρονη Ελλάδα υπήρχε πάντα μια ισχυρή ακροδεξιά, η οποία “μπαινόβγαινε” στην επίσημη κομματική έκφραση της δεξιάς. Πλήρης διαχωρισμός δεν έγινε ποτέ, με ευθύνη και της υπαναχώρησης Καραμανλή και ακόμη περισσότερο των μετέπειτα ηγεσιών της ΝΔ που κήρυξαν προσκλητήριο ακραίων στοιχείων για να αντιμετωπίσουν τις κυβερνήσεις του Αντρέα Παπανδρέου.
Τροφοδότης ιστορικά των ακροδεξιών απόψεων μετά τη μεταπολίτευση δεν υπήρξε μόνον η πολιτική παρουσία τους εντός ή εκτός της ΝΔ. Πολύ σημαντικός ήταν και ο ρόλος άλλων μορφωμάτων, όπως οι παραεκκλησιαστικές οργανώσεις ή οι οργανώσεις εφέδρων. Αν συλλογιστούμε τη σχέση συνεργασίας που συνήθως έχουν οι παραεκκλησιαστικές οργανώσεις με πλευρές της επίσημης Εκκλησίας ή επίσης τα συχνά περιστατικά έκφρασης ακροδεξιών απόψεων στον χώρο της Αστυνομίας, θα συνειδητοποιήσουμε πόσο βαθιές ρίζες έχει η ακροδεξιά ακόμη και σε επίσημους θεσμούς και δομές του κράτους.
• Υπάρχει όμως και μια τρίτη διαδικασία η οποία τροφοδοτεί την ενίσχυση της ακροδεξιάς. Αυτή είναι η αίσθηση της κοινωνικής περιθωριοποίησης μερίδας πολιτών που είχαν ήδη παραδοσιακά συντηρητικό πολιτικό προσανατολισμό, η οποία περιθωριοποίηση συντελείται μέσα στις συνθήκες του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού, των αλλαγών στην αγορά εργασίας και της δημιουργίας νέων ελίτ που δεν χρειάζονται πλέον την επικοινωνία – συμμαχία με αυτή τη μερίδα πολιτών. Πολίτες που αντιλαμβάνονται ότι δεν διαθέτουν επαρκείς δεξιότητες για να διεκδικήσουν μια έστω υποφερτά αμειβόμενη θέση εργασίας, ενώ ταυτόχρονα έχουν καταρρεύσει τα παλαιά πελατειακά δίκτυα που τους εξασφάλιζαν μια διέξοδο, μέσω προσωπικής διαπραγμάτευσης με τους κατά τόπους εκπροσώπους της συντηρητικής εξουσίας. Προφανώς το φαινόμενο αυτό εντάθηκε μετά την οικονομική κρίση, όταν τα μαζικά ρουσφέτια διορισμών με “μπιλιετάκι” υποχρεωτικά καταργήθηκαν. Ενώ παράλληλα περιορίστηκε η προσφορά θέσεων απασχόλησης “χαμηλών προσόντων” στον ιδιωτικό τομέα λόγω των αλλαγών στο οικονομικό μοντέλο. Όσοι ανήκουν στη συγκεκριμένη κοινωνική κατηγορία βρίσκονται συχνά αντιμέτωποι με μια κρίση ταυτότητας. Πιστεύουν ότι τους έχουν προδώσει οι “δικοί τους”, οι ελίτ που κανονικά, ως συντηρητικοί, υποστήριζαν. Και κατρακυλούν σε περιθωριακές απόψεις και θεωρίες συνωμοσίας. Ενώ η προσωπική μιζέρια κάνει ακόμη εντονότερη την ανάγκη να ανήκεις κάπου, ακόμη και σε αντικοινωνικές ακροδεξιές ομάδες.
Η συνάρθρωση των τριών διαδικασιών που περιγράψαμε εδώ και όχι κάθε μια από αυτές ξεχωριστά, προκαλεί την επικίνδυνη ενίσχυση της ακροδεξιάς. Συνάρθρωση που είναι αποτελεσματική επειδή πραγματοποιείται στο έδαφος του εμπειρισμού. Όχι της πραγματικότητας, αλλά της ευκαιριακής και φαινομενολογικής εικόνας που σχηματίζουν για την πραγματικότητα. Η προπαγάνδα της ακροδεξιάς αποδίδει, για να απαντήσουμε στο ερώτημα που θέσαμε προηγουμένως, επειδή στηρίζεται στον εμπειρισμό ως ατελή ερμηνεία της πραγματικότητας, στη συνάρθρωση κοινωνικών, ιστορικών και ψυχολογικών παραγόντων και στις φαινομενικά απλές απαντήσεις.
Η δυσκολία της ευρείας Αριστεράς να επικοινωνήσει τις απόψεις της σε αυτά τα τμήματα της κοινωνίας οφείλεται στον συνδυασμό των πολιτικών προκαταλήψεών τους αλλά και της συνθετότητας που χαρακτηρίζει την πραγματικότητα. Η μακροχρόνια ανεργία οφείλεται συχνά σε διαρθρωτικά προβλήματα του μοντέλου ανάπτυξης, όπως αυτό διαμορφώθηκε από τις κυρίαρχες επιλογές του κεφαλαίου. Είναι όμως πολύ πιο δύσκολο να περιγραφεί αυτή η πραγματικότητα από την απλούστευση “φταίνε οι ξένοι και οι πολιτικοί που τους φέρνουν εδώ για να κάνουν τις δουλειές φτηνά”.
8.
Από τα παραπάνω συνάγονται κάποια συμπεράσματα για τον πολιτικό λόγο και την πρακτική της Αριστεράς. Μαγικές συνταγές δεν υπάρχουν, η πράξη θα δείξει την αποτελεσματικότητα κάθε παρέμβασης και τις βελτιώσεις που θα απαιτηθούν σε αυτήν.
Ξεκινάμε από την κάθετη αντίθεση στην προπαγάνδα της ΝΔ περί λαϊκισμού. Η διαρκής καταγγελία κάθε φιλολαϊκής πρότασης και κάθε πολιτικής που στοχεύει στη στήριξη όσον αισθάνονται ότι διαθέτουν “χαμηλά ποσόντα” αποσκοπεί στην αποκοπή της Αριστεράς από αυτά τα στρώματα και στον μόνιμο εγκλωβισμό τους μεταξύ δεξιάς και ακροδεξιάς. Όλοι οι άνθρωποι έχουν δικαίωμα σε αξιοπρεπώς αμειβόμενη εργασία και αυτή η θέση δεν είναι λαϊκισμός.
Να βάλουμε ψηλά στις προτεραιότητές μας την ενίσχυση – αναμόρφωση της εκπαίδευσης με κατεύθυνση τη διασφάλιση θετικών προοπτικών για όλους και όλες. Η μαζική πρόσβαση στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση είναι σωστή γραμμή, όπως και η κριτική μας στη ΝΔ για τους περιορισμούς σ’ αυτήν. Αλλά υπάρχουν νέα παιδιά που δεν επιλέγουν την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, όπως και (πολλά) που εισάγονται σε αυτήν χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο για τη συνέχεια. Η έμπρακτη απάντηση της κοινωνίας μας είναι “θα δουλεύετε καλοκαίρι στα νησιά”. Δικαιούνται κάτι καλύτερο.
Η ιδεολογική σύγκρουση με την ακροδεξιά δεν γίνεται με τσιτάτα και καταγγελίες, για την ακρίβεια έτσι συνήθως γίνεται και δεν αποδίδει. Το δυσκολότερο θέμα είναι το μεταναστευτικό, κυρίως επειδή δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνον από την ελληνική κυβέρνηση, ακόμη και μια αριστερή ή προοδευτική κυβέρνηση. Οπωσδήποτε, δεν μπορούμε να κάνουμε πίσω από τις βασικές αρχές του ανθρωπισμού και από προαιώνιες αντιλήψεις για τη στοιχειώδη αλληλεγγύη προς τον πρόσφυγα και τον καταδιωγμένο. Δεν είναι νοητό να συμβεί αυτό στη χώρα όπου γράφτηκε ο Οιδίπους επί Κολωνώ. Χωρίς να τροφοδοτήσουμε την ψευδαίσθηση μιας πολιτικής ανοιχτών θυρών, η οποία δεν θα είχε πραγματικό αντίκρισμα με τη σημερινή στάση της υπόλοιπης Ευρώπης.
Ένα στρατηγικής σημασίας θέμα αφορά την αίσθηση του ανήκειν στην οποία αναφερθήκαμε. Το αίτημα της ένταξης και της συμμετοχής αυτό καθαυτό είναι οικείο στην Αριστερά, σε αντίθεση με τα ατομικιστικά ιδεολογήματα του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού. Η ανασυγκρότηση κοινωνικών θεσμών και συλλογικών ταυτοτήτων δια των οποίων ο καθένας και η καθεμία δύναται να αυτοπροσδιορίζεται προσωπικά είναι καίριος στόχος για μια πραγματικά δημοκρατική και συμπεριληπτική κοινωνία.
Τέλος, καθοριστική σημασία θα έχει το να καταδείξουμε για άλλη μια φορά ότι “δεν είναι όλοι ίδιοι”. Η πιο πρόσφατη δημοσκοπική άνοδος της ακροδεξιάς σε ποσοστά που αθροιστικά φτάνουν ή και ξεπερνούν το 20% δεν είναι άσχετη με την αρνητική εικόνα που έχει δημιουργηθεί στην κοινωνία για την Αριστερά και τις συμπεριφορές στο εσωτερικό της. Δεν υπάρχει τίποτε χειρότερο για έναν πολίτη που αγωνιά μπροστά στην αβεβαιότητα για το μέλλον του από το να σχηματίζει την εντύπωση ότι ακόμη και η Αριστερά ασχολείται κυρίως με τη νομή της εσωτερικής εξουσίας και των όποιων προνομίων αυτή προσφέρει. Το τέλος της πολύ δύσκολης κατάστασης στην οποία έχει βρεθεί ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ πρέπει να συνδυαστεί με σαφή δείγματα ότι έχουμε και υλοποιούμε στην πράξη μια άλλη αντίληψη για την πολιτική δράση και την κοινωνική προσφορά.
9.
Η Πράσινη Μετάβαση, η υλοποίηση των αναγκαίων μέτρων ώστε να ανακοπεί η αύξηση της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη, αποτελεί κοινό στόχο των πολιτικών δυνάμεων από την κεντροδεξιά μέχρι την ευρεία Αριστερά. Για την Αριστερά, τίθεται η επιπρόσθετη διάσταση της δίκαιης Πράσινης Μετάβασης, δηλαδή η εφαρμογή πολιτικών που θα διασφαλίσουν ότι το κόστος των μεγάλων αλλαγών που απαιτούνται δεν θα επιβαρύνει δυσανάλογα τα χαμηλά και μεσαία εισοδηματικά στρώματα. Εδώ φυσικά αρχίζουν τα δύσκολα.
Ο στόχος του μεγάλου κεφαλαίου παγκοσμίως είναι ακριβώς το αντίθετο. Πως δηλαδή θα μεθοδευτεί ώστε τα κέρδη του κεφαλαίου, ακόμη και τα κέρδη των βιομηχανιών στον τομέα της ενέργειας, να παραμείνουν αλώβητα. Γι’ αυτό τον λόγο οι προτάσεις πολιτικής που προέρχονται από τους πολιτικούς εκπροσώπους των κυρίαρχων τάξεων αλλά και από τον τεχνοκρατικό βραχίονα τους, τα διάφορα ιδρύματα και think tanks που έχουν δημιουργήσει, ξεκινούν πάντα από την “ατομική ευθύνη” των πολιτών και συμπεριλαμβάνουν σταθερά ένα αυξημένο κόστος για τον μέσο πολίτη – καταναλωτή.
Χαρακτηριστική περίπτωση ήταν ο “περιβαλλοντικός φόρος” στα καύσιμα που επιβλήθηκε το 2018 στη Γαλλία και οδήγησε στο κίνημα των κίτρινων γιλέκων. Ο φόρος είχε στόχο τη συγκέντρωση εσόδων για τη λήψη μέτρων προστασίας του περιβάλλοντος αλλά και την αποθάρρυνση της χρήσης των ΙΧ οχημάτων και την αύξηση της χρήσης ηλεκτροκίνητων οχημάτων των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς.
Σε πρώτη ανάγνωση αυτά φαίνονταν λογικά. Μέσα όμως στις συνθήκες διαρκούς μείωσης του πραγματικού εισοδήματος των πολιτών (και) στη Γαλλία, απέκτησαν ένα τελείως διαφορετικό περιεχόμενο, δηλαδή την επιδίωξη να πέσει το κόστος της Πράσινης Μετάβασης σχεδόν αποκλειστικά στους ώμους της φτωχότερης κοινωνικής πλειοψηφίας. Γιατί τα έσοδα από τον συγκεκριμένο φόρο προφανώς μπορούσαν να αντικατασταθούν από μεγαλύτερη φορολόγηση στα κέρδη των βιομηχανιών ενέργειας. Γιατί τα ηλεκτροκίνητα ΙΧ είναι πανάκριβα και δεν υπάρχει καμιά ουσιαστική πρόνοια για επιδότηση του κόστους αγοράς τους. Γιατί τα Μέσα Μεταφοράς ακόμη και στη Γαλλία δεν καλύπτουν επαρκώς τις ανάγκες των πολιτών, ιδιαίτερα όσων κατοικούν σε σχετική απόσταση από τον χώρο εργασίας τους (γι’ αυτό και οι διαμαρτυρίες ξεκίνησαν από τη γαλλική ύπαιθρο).
Αντίστοιχο πρόβλημα με τους περιβαλλοντικούς φόρους στα καύσιμα δημιουργούν οι ρυθμίσεις για την ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών εφόσον αυτές λάβουν υποχρεωτικό χαρακτήρα, όπως προβλεπόταν στην αρχική διατύπωση της σχετικής Ευρωπαϊκής Οδηγίας. Και σε αυτή την περίπτωση, τα μέτρα φαίνονται λογικά σε πρώτη ανάγνωση. Γιατί αντικειμενικά είναι σωστό να περιοριστούν οι ενεργειακές ανάγκες για θέρμανση και ψύξη των κατοικιών. Ωστόσο, το υψηλό κόστος της ενεργειακής αναβάθμισης και οι συνέπειες που είχαν αρχικά προταθεί σε περίπτωση μη υλοποίησης της από τους πολίτες (αδυναμία μισθώσεων ή μεταβιβάσεων των ακινήτων κλπ), θα έφερναν πολλούς σε απόγνωση. Ενώ τα σχετικά προγράμματα επιδοτήσεων, όπως τα Εξοικονομώ στην Ελλάδα, καλύπτουν μικρό μόνον μέρος των αναγκών. Σε τελευταία ανάλυση, αν τα πράγματα τελικά προχωρήσουν σε αυτή την κατεύθυνση, πολλοί θα αναγκαστούν να πουλήσουν πάμφθηνα τις ιδιοκτησίες τους στους έχοντες και κατέχοντες, είτε πρόκειται για εύπορους ιδιώτες είτε για εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον τομέα του real estate.
Επίσης ενδεικτική της λογικής αυτής να φορτώνονται τα βάρη της Πράσινης Μετάβασης στους πολίτες – καταναλωτές είναι η διατήρηση της παλαιάς τιμολογιακής διάρθρωσης στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα. Στο σημείο αυτό δεν αναφέρομαι στο γενικό κόστος της κιλοβατώρας, στις αρνητικές συνέπειες του χρηματιστήριου ενέργειας κλπ. Αναφέρομαι στην κλιμάκωση προς τα πάνω του κόστους της ηλεκτρικής ενέργειας ανάλογα με την κατανάλωση, με δεδομένη την όποια βασική τιμή της κιλοβατώρας.
Ακόμη μια φορά, η πολιτική αυτή φαίνεται εκ πρώτης όψεως λογική, Αφού υπάρχει ανάγκη περιορισμού της κατανάλωσης ενέργειας, όσοι καταναλώνουν πολύ ρεύμα ας το πληρώνουν αναλογικά ακριβότερα. Κι όμως, αυτή η διάρθρωση θα έπρεπε ήδη να έχει ανατραπεί. Γιατί εδώ και χρόνια ασκείται πίεση για την εγκατάλειψη του πετρελαίου και του φυσικού αερίου ως καυσίμου θέρμανσης και την τοποθέτηση παντού αντλιών θερμότητας (περιλαμβανομένων και των κοινών air condition). Έχει ήδη αποφασιστεί η απαγόρευση εγκατάσταση νέων καυστήρων ορυκτών καυσίμων από το άμεσο μέλλον.
Όποιος όμως ακολούθησε αυτές τις συστάσεις και αντικειμενικά εξοικονομεί ενέργεια στο σπίτι του λόγω της υποκατάστασης των ορυκτών καυσίμων με τον ηλεκτρισμό για θέρμανση, έχει αυξημένη κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος και πληρώνει σήμερα στην Ελλάδα την κιλοβατώρα 6-7 λεπτά ακριβότερα (συμπεριλαμβανομένων των Ρυθμιζόμενων Χρεώσεων). Φαίνεται παραλογισμός, εκτός αν το δούμε ενταγμένο μέσα στη συνολική λογική που περιγράφουμε, δηλαδή την επιδίωξη όλα τα βάρη της αλλαγής να πέσουν πάνω στην κοινωνική πλειοψηφία.
Δυστυχώς, στην υιοθέτηση τέτοιων πολιτικών συμπράττουν σήμερα στην Ευρώπη η παραδοσιακή κεντροδεξιά με τμήματα των Σοσιαλιστών και των Πρασίνων, που υποκύπτουν στον εκβιασμό της κεντροδεξιάς και του κεφαλαίου ότι”δεν υπάρχει άλλη λύση”. Η κεντροδεξιά δηλαδή οχυρώνεται στην άρνηση να αναλάβουν οι πάμπλουτες ελίτ το κόστος της Πράσινης Μετάβασης, όπως μέσω φόρων στον συσσωρευμένο πλούτο, και οι Σοσιαλιστές και Πράσινοι συναινούν τελικά προκειμένου να μην χαθούν τελείως οι στόχοι για την αποτροπή της κλιματικής αλλαγής.
Πριν από λίγες μέρες πληροφορηθήκαμε και τη μετατροπή αυτού του κακού συμβιβασμού σε πολιτικό σύνθημα. Η Πρόεδρος της Κομισιόν μας ανακοίνωσε ότι στόχος της ΕΕ είναι “η δίκαιη και ανταγωνιστική Πράσινη Μετάβαση”. Όπου βέβαια ο όρος “ανταγωνιστική” αποσκοπεί στην πλήρη αναίρεση του όρου “δίκαιη”. Σημαίνει να μη διεκδικούμε περιβαλλοντικούς φόρους στα υπερκέρδη των ευρωπαϊκών βιομηχανιών γιατί δεν θα είναι ανταγωνιστικές. Αυτό που δεν αντιλαμβάνονται κάποιοι είναι ότι το αποτέλεσμα αυτής της υποχωρητικότητάς τους θα είναι το ακριβώς αντίθετο, να χαθούν όλοι οι στόχοι αποτροπής της υπερθέρμανσης του πλανήτη, λόγω της ενίσχυσης της ακροδεξιάς.
Η ακροδεξιά καλύπτει το κενό που υπάρχει στην υπεράσπιση των συμφερόντων των χαμηλότερων τάξεων στις συνθήκες της Πράσινης Μετάβασης, προβάλλοντας την άρνηση της κλιματικής αλλαγής. Η προπαγάνδα της ακροδεξιάς είναι ότι ο περιβαλλοντικός κίνδυνος είναι ανύπαρκτος και όλα όσα γίνονται για την αποτροπή του αποτελούν ένα σχέδιο των ελίτ για να θησαυρίσουν (συχνά σε συνδυασμό με διάφορες θεωρίες συνωμοσίας για τον παγκόσμιο έλεγχο των κοινωνιών, ρατσιστικά εφευρήματα για τη “μεγάλη αντικατάσταση” κλπ). Η βασικότερη αιτία που αυτή η παράλογη άρνηση των κινδύνων από την κλιματική αλλαγή βρίσκει ακροατήριο είναι η πίεση στα εισοδήματα της πλειοψηφίας από τις αδικίες που προαναφέραμε. Μάλιστα, σε κοινωνίες όπου η ακροδεξιά έχει γιγαντωθεί, όπως στις ΗΠΑ ή τη Γαλλία, μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων της δεν συμμερίζεται την άρνηση της κλιματικής αλλαγής. Ψηφίζουν όμως ακροδεξιά για να αποφύγουν τις υπέρμετρες επιβαρύνσεις τους από την Πράσινη Μετάβαση “και αργότερα βλέπουμε”.
Προκύπτει λοιπόν ένα διπλό καθήκον για την ευρεία Αριστερά, στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, σε όλο τον κόσμο. Να επιμείνει στην αναγκαιότητα της ανακοπής της υπερθέρμανσης του πλανήτη και άρα της υποκατάστασης των ορυκτών καυσίμων και της εξοικονόμησης ενέργειας αλλά ταυτόχρονα να φανεί πολύ περισσότερο αποφασιστική στη διεκδίκηση του κοινωνικά δίκαιου χαρακτήρα όλων των μέτρων που λαμβάνονται. Το οποίο σημαίνει να μην είναι δεδομένη η συμφωνία της Αριστεράς σε κάθε μέτρο το οποίο προτείνει η κεντροδεξιά, πριν εξασφαλιστούν εγγυήσεις για τον κοινωνικό χαρακτήρα του. Στην Ελλάδα για παράδειγμα, δεν είναι νοητό να συναινέσει η Αριστερά σε αυστηρούς περιορισμούς στην αξιοποίηση ή τη μεταβίβαση των ακινήτων χαμηλής ενεργειακής κατηγορίας πριν την εξασφάλιση των απαραίτητων μεγάλων χρηματοδοτήσεων για την επιδότηση της αναβάθμισής τους. Πρέπει να διεκδικήσουμε αποφασιστικά την κατάργηση των αυξουσών κλιμακώσεων στη χρέωση της ηλεκτρικής ενέργειας για οικιακή χρήση, ως αναγκαία προϋπόθεση για τη γενίκευση της θέρμανσης με αντλίες θερμότητας. Ούτε μπορεί να δεχθούμε να ανέβει αύριο η βενζίνη στα 3 Ευρώ το λίτρο λόγω φόρων, ως κίνητρο για την αγορά ηλεκτροκίνητων οχημάτων, όσο αυτά παραμένουν πανάκριβα.
Συνολικά, απαιτείται πολύ σκληρότερη αντιπαράθεση και διαπραγμάτευση για τους κοινωνικούς όρους της Πράσινης Μετάβασης. Η Αριστερά δεν χρειάζεται να καταθέτει διαρκώς πιστοποιητικά περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης, γιατί έχει βάλει τα προβλήματα αυτά ψηλά στην ατζέντα της από την εποχή που η κεντροδεξιά δεν είχε αντιληφθεί καν ότι υφίστανται ως προβλήματα. Το ζητούμενο είναι να μην αφήσουμε περιθώριο να εμφανιστεί η ακροδεξιά ως μοναδικός υπερασπιστής των εισοδημάτων της πλειοψηφίας μέσα στις συνθήκες της Πράσινης Μετάβασης. Αν επιτρέψουμε κάτι τέτοιο, θα βρεθούμε προ πολύ δυσάρεστων εκπλήξεων και στη χώρα μας, ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο θα παρακολουθούμε αμήχανοι τον πλανήτη να βαδίζει προς την περιβαλλοντική καταστροφή, με έγκριση της καταστροφικής αυτής πορείας από τη λαϊκή ψήφο.
10.
Η Αριστερά οφείλει να δίνει στους πολίτες μια ειλικρινή και ρεαλιστική εικόνα για τα στρατηγικά προβλήματα της χώρας όσον αφορά την Οικονομία και την Ανάπτυξη. Η πατρίδα μας βρίσκεται μακροπρόθεσμα σε δυσχερέστερη θέση από τις περισσότερες οικονομίες της ζώνης του Ευρώ, ακόμη και μετά την ευνοϊκή ρύθμιση των επιτοκίων του δημόσιου χρέους, την οποία πέτυχε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Οι μεγάλες προκλήσεις που θα αντιμετωπίσουμε σε ορίζοντα 20 ετών είναι:
● Η υπερβολική εξάρτηση από τον τουριστικό τομέα, ο οποίος είναι εξαιρετικά ευάλωτος στις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής. Το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι ο υπερτουρισμός, ο οποίος αφορά συγκεκριμένες περιοχές και μπορεί να αντιμετωπιστεί με ρυθμιστικά μέτρα αλλά επίσης σε ένα βαθμό και “αυτόματα” από τον μηχανισμό των τιμών της αγοράς. Το πρόβλημα είναι η μεγαλύτερη από τον μέσο όρο του πλανήτη αύξηση της θερμοκρασίας στην περιοχή της Μεσογείου, η οποία σταδιακά μπορεί να αποτελέσει αντικίνητρο για τον εξωτερικό τουρισμό κατά τους πιο θερμούς μήνες.
Ο σχεδιασμός για την επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου είναι σωστός αλλά η επιτυχία του εξαρτάται και από την ανταπόκριση που θα βρει στους υποψήφιους επισκέπτες της χώρας. Με απλά λόγια, δεν είναι βέβαιο ότι ο πιθανός επισκέπτης της χώρας θα αλλάξει το χρονοδιάγραμμα των διακοπών του, είναι εξίσου πιθανό να αλλάξει τον προορισμό που θα επιλέξει.
Ενώ η μεγαλύτερη δυνατή προσπάθεια από τη χώρα μας για την αποτροπή της κλιματικής αλλαγής είναι φυσικά προς το άμεσο συμφέρον μας και οφείλει να υλοποιηθεί, αλλά η τελική επίτευξη των στόχων αποτελεί παγκόσμια και όχι στενά εθνική υπόθεση.
Κατά συνέπεια, η σταδιακή υποκατάσταση μέρους των εσόδων από τον τουρισμό από άλλες παραγωγικές δραστηριότητες είναι μονόδρομος για να αποφύγουμε δυσάρεστες εκπλήξεις. Σε πολλές περιοχές της χώρας ο τουρισμός είναι πλέον “οικονομική μονοκαλλιέργεια”, καθιστώντας τις τοπικές οικονομίες εξαιρετικά ευάλωτες. Ας προστεθεί επίσης ότι ο τουρισμός ως βιομηχανία είναι ούτως ή άλλως υπερβολικά ευαίσθητος σε διαταραχές της διεθνούς οικονομίας, όπως έδειξε και η περίοδος της πανδημίας. Μια τέτοια σχετική απεξάρτηση από το τουριστικό εισόδημα δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί “σιωπηρά”, πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ειλικρινούς δημόσιου διαλόγου στη χώρα.
● Η συρρίκνωση του πληθυσμού που βρίσκεται σε παραγωγικές ηλικίες (18-67) ως ποσοστό του συνολικού πληθυσμού και οι αρνητικές συνέπειές της και στην ανάπτυξη και στο ασφαλιστικό σύστημα. Η συρρίκνωση αυτή οφείλεται αφενός στη μείωση των γεννήσεων, αφετέρου στη μετανάστευση πολλών νέων ανθρώπων στο εξωτερικό κατά τα χρόνια της προηγούμενης οικονομικής κρίσης. Ούτε η μείωση των γεννήσεων ούτε το λεγόμενο brain drain αντιμετωπίζονται με ευχολόγια ή με τα επιδόματα στα οποία τόσο αρέσκεται να επιδίδεται η κυβέρνηση.
Η Αριστερά και με επίταση ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ έχει επισημάνει ότι η αντιμετώπιση του προβλήματος της υπογεννητικότητας απαιτεί όχι μόνον ολοκληρωμένα μέτρα για τη στήριξη των οικογενειών αλλά την πραγματική αύξηση του εισοδήματος των πολιτών, ώστε να μην φαίνεται δυσβάστακτο το κόστος της ανατροφής των παιδιών. Και πάλι όμως, απαιτείται να γίνουμε ειλικρινείς σε ένα βαθμό ασυνήθιστο για την ελληνική πολιτική ζωή: Να παραδεχτούμε δηλαδή ότι, ακόμη και στην περίπτωση που εφαρμοστούν οι δικές μας προτάσεις πολιτικής, το μεσοπρόθεσμο αποτέλεσμα θα είναι η μείωση του ρυθμού συρρίκνωσης του πληθυσμού της χώρας και όχι η πλήρης ανακοπή του.
Γιατί από μόνη της η υπογεννητικότητα των τελευταίων 10 ετών επιβάλλει χαμηλές προσδοκίες τουλάχιστον για τα προσεχή 20-30. Γιατί η μαζική επιστροφή στην πατρίδα των νέων παιδιών που έχουν εγκατασταθεί εδώ μια δεκαετία στο εξωτερικό πιθανόν προσκρούει πια και σε εμπόδια προσωπικού για τον καθένα και την καθεμία χαρακτήρα. Οι ζωές των ανθρώπων δεν παίρνουν εντολές από αποφάσεις οικονομικής πολιτικής. Γιατί σε τελευταία ανάλυση, η μείωση των γεννήσεων είναι χαρακτηριστικό ολόκληρης της Δυτικής Ευρώπης και έχει σχετική μόνον εξάρτηση από την οικονομική κατάσταση σε κάθε επιμέρους κράτος.
Παράλληλα λοιπόν με όλα τα απαραίτητα μέτρα για την ενίσχυση του λαϊκού εισοδήματος και τη στήριξη των νέων οικογενειών, πρέπει να συλλογιστούμε σοβαρά ως κοινωνία για το πως θα εξασφαλίσουμε τη βιωσιμότητα της οικονομίας και τη σταθερότητα του ασφαλιστικού συστήματος μέσα σε μια συγκυρία που από δημογραφικής πλευράς είναι σίγουρο ότι μεσοπρόθεσμα θα επιδεινωθεί, ακόμη και εαν βρούμε τις λύσεις για να καλυτερεύσει μακροπρόθεσμα.
Μια απάντηση είναι η λήψη των σωστών μέτρων για την αντιμετώπιση της διαρθρωτικής ανεργίας. Σήμερα βιώνουμε τον παραλογισμό να έχουμε ανεργία στα επίπεδα του 10% και ταυτόχρονα να αντιμετωπίζουμε σοβαρά προβλήματα έλλειψης εργαζόμενων σε πολλούς κλάδους. Φαινόμενο που δεν περιορίζεται στις ανεπαρκώς αμειβόμενες περιστασιακές απασχολήσεις όπως ο τουριστικός τομέας ή οι εργάτες γης. Αφορά και σταθερές θέσεις απασχόλησης, με κανονικούς για τα δεδομένα της χώρας μισθούς, οι οποίες όμως απαιτούν μια ειδίκευση, θεωρητική ή πρακτική, η οποία είναι δυσεύρετη.
Το χειρότερο μάλιστα είναι ότι η διαρθρωτική ανεργία δεν περιορίζεται στις προσυνταξιοδοτικές ηλικίες, όπως θα ήταν αναμενόμενο. Βλέπουμε συχνά άνεργα νέα παιδιά τα οποία έχουν αφιερώσει κόπο και χρόνο στην απόκτηση γνώσεων και δεξιοτήτων, οι οποίες όμως δεν ανταποκρίνονται σε κάποια ζήτηση από την αγορά εργασίας. Απαιτούνται λοιπόν παρεμβάσεις που ξεκινούν από την εκπαίδευση και τον κατανεμητικό ρόλο που (πρέπει να) έχει και επεκτείνονται στην ίδια την οργάνωση της αγοράς εργασίας στη χώρα.
Μια άλλη απάντηση που δίνουν οι ειδικοί επιστήμονες σε αντίστοιχες αγωνίες κοινωνιών της Δυτικής Ευρώπης είναι η σχεδιασμένη ενίσχυση του εργατικού δυναμικού κάθε κράτους μέσω των μεταναστευτικών εισροών. Πρόκειται όμως για μια διάσταση του μεταναστευτικού ζητήματος πολύ διαφορετική από αυτήν που εξετάσαμε προηγουμένως. Και δεν είναι καθόλου προφανές ότι αλληλοεπικαλύπτονται, αν και σε ένα βαθμό και αυτό θα ισχύει. Είναι όμως άλλης τάξης ζήτημα η υποδοχή των κατατρεγμένων οι οποίοι αναζητούν άσυλο κυνηγημένοι από τον πόλεμο, και οι οποίοι συνήθως επιδιώκουν να καταλήξουν τελικά σε κάποιο άλλο κράτος της ΕΕ, όπου είναι ισχυρότερο το κράτος κοινωνικής πρόνοιας. Καλούμαστε ως κοινωνία να σχεδιάσουμε κάτι διαφορετικό, την προσέλκυση μεταναστών με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που αφορούν την παραγωγική ένταξή τους στην αγορά εργασίας και απολύτως αυτονόητα στον επίσημο και όχι στον “μαύρο” τομέα της.
Προφανώς η υλοποίηση μιας τέτοιας πολιτικής προϋποθέτει την αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας και την καταπολέμηση της ανεργίας με σχεδιασμό σαν αυτόν που αναφέραμε προηγουμένως. Από ένα σημείο και μετά όμως, μπορεί αντίστροφα να αποτελεί και προϋπόθεση για τη διατηρησιμότητα του ρυθμού ανάπτυξης της χώρας.
● Μια τρίτη και τελευταία για τις ανάγκες του παρόντος κειμένου πρόκληση, αφορά την εγκαθίδρυση και ανάπτυξη στην Ελλάδα παραγωγικών μονάδων οι οποίες δραστηριοποιούνται σε τεχνολογίες αιχμής. Το αναπτυξιακό μοντέλο που ακολουθεί στην πράξη η κυβέρνηση Μητσοτάκη, είναι τραγικό από αυτή την πλευρά. Οι μόνες ξένες επενδύσεις που πραγματοποιούνται αφορούν: Κερδοσκοπικές τοποθετήσεις με την εξαγορά υπαρχουσών επιχειρήσεων, που συνήθως δεν ακολουθούνται από επενδύσεις ανάπτυξης και εκσυγχρονισμού τους αλλά έχουν τη λογική να πουλήσουν κάποια στιγμή σε καλύτερη τιμη και να αποχωρήσουν από τη χώρα. Ή αγορές ακριβών ακινήτων ως εκδοχή αποταμίευσης των κεφαλαίων τους, γιατί η γη και τα νεόδμητα ακίνητα χάνουν δυσκολότερα την αξία τους από τις μετοχές, ακόμη και αν δεν παράγουν ετήσια κέρδη.
Γιατί είναι τόσο σημαντική η ανάπτυξη παραγωγικών μονάδων που ενσωματώνουν τεχνολογίες αιχμής; Η απάντηση είναι ουσιαστικά κοινή, είτε χρησιμοποιήσουμε μαρξιστική ορολογία είτε ορολογία της “οικονομίας της αγοράς”. Η σταθερή τάση του καπιταλισμού είναι η μεταφορά των υψηλών ποσοστών κέρδους στους τομείς που ενσωματώνουν νεότερη τεχνολογία και η πτώση (μέχρι απαξίωσης) των ποσοστων κέρδους στις τομείς που στηρίζονται σε παλαιότερες διαδικασίες παραγωγής. Ή, αν προτιμήσουμε την άλλη περιγραφή, η παραγωγικότητα της εργασίας είναι μεγαλύτερη στους κλάδους με υψηλότερο αυτοματισμό και μεγαλύτερη εξειδίκευση της εργασίας. Η μεγαλύτερη παραγωγικότητα συνεπάγεται μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα στις αγορές κλπ κλπ. Και επίσης, στα κέρδη αλλά και στους μισθούς των εργαζομένων υπεισέρχονται παράγοντες όπως η επιστημονική και τεχνολογική γνώση ως παραγωγική δύναμη.
Με απλά λόγια, 1000 εργαζόμενοι σε μια βιομηχανία παραγωγής μικροτσίπς παράγουν προϊόν ασύγκριτα μεγαλύτερης αξίας από 1000 εργαζόμενους σε μια βιομηχανία υφασμάτων. Γι’ αυτό οι βιομηχανίες παραγωγής μικροτσίπς βρίσκονται στις ΗΠΑ, τη Γερμανία, την Ταϊβάν, την Ιαπωνία, ενώ τα παπούτσια των αμερικανικών βιομηχανιών ένδυσης παράγονται στην Ινδονησία.
Τι σημαίνουν αυτά για την Ελλάδα; Ότι ζητούμενο δεν είναι απλώς η ανάπτυξη της μεταποίησης αλλά η κατά το δυνατόν δημιουργία στη χώρα παραγωγικών μονάδων σε κλάδους αιχμής. Αν δηλαδή μας έλεγαν ότι μια πολυεθνική επιχείρηση στον κλάδο της ένδυσης ενδιαφέρεται να ανοίξει εργοστάσιο στην Ελλάδα, δεν θα έπρεπε να “πετάξουμε τη σκούφια μας” από τη χαρά μας. Επειδή ο μόνος παράγοντας βιωσιμότητας μιας τέτοιας μονάδας στον σύγχρονο κόσμο είναι το πολύ χαμηλό κόστος παραγωγής, στηριγμένο όχι στην αυτοματοποίηση αλλά στους πολύ χαμηλούς μισθούς, δηλαδή ο λεγόμενος “ανταγωνισμός στη φτώχεια”. Τον οποίο σημειωτέον δεν μπορούμε να κερδίσουμε, πως θα γινόταν το μεροκάματο σε μια τέτοια παραγωγική μονάδα να είναι τόσο χαμηλό όσο αυτό στην Ινδονησία;
Η ανάπτυξη της μεταποίησης σε κλάδους τεχνολογιών αιχμής είναι μονόδρομος για την αναπτυξιακή προοπτική της Ελλάδας. Όχι υποχρεωτικά σε όλους τους κλάδους, αυτό θα ήταν παράλογο με τα μεγέθη της οικονομίας μας. Η Φιλανδία, ανεκδοτολογικά γνωστή ως χώρα ξυλοκόπων, είδε κάποια στιγμή τη NOKIA να είναι κυρίαρχη στα κινητά τηλέφωνα.
Ο ρόλος του κράτους στην ανάπτυξη ενός αρχικά παραγωγικού κλάδου πάνω σε τεχνολογίες αιχμής μπορεί να είναι καθοριστικός. Με τον προσδιορισμό των πιθανών παραγωγικών κλάδων μέσα στον αναπτυξιακό σχεδιασμό της χώρας. Με την παροχή κινήτρων για την προσέλκυση των επενδύσεων. Με την καλλιέργεια της διασύνδεσης ανάμεσα στα Πανεπιστήμια και στον συγκεκριμένο τομέα παραγωγής. Με τον προσανατολισμό πόρων του ΕΣΠΑ για συμπράξεις και συνέργειες. Με τη μέριμνα για τη διάχυση της εισαγόμενης τεχνογνωσίας σε άλλους κλάδους και τομείς της οικονομίας.
Όλα αυτά δεν είναι άγνωστα, ούτε καινοφανή. Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι κομίζουμε γλαύκας εις Αθήνας. Κι όμως, παραμένουν απόντα από την κυβερνητική πολιτική και από το υλοποιούμενο αναπτυξιακό μοντέλο, το οποίο περιορίζεται όπως είπαμε στην τουριστική μονοκαλλιέργεια, στα παιχνίδια με την αγορά γης και ακινήτων και στη διαχείριση/διανομή των χρηματοδοτούμενων από την ΕΕ προγραμμάτων. Οφείλουμε να τα βάλουμε με συγκεκριμένο τρόπο στην ατζέντα της συζήτησης.
11.
Η διαμόρφωση μιας πειστικής προς τους πολίτες εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης, είναι σήμερα αντιμέτωπη με δυσκολίες που δεν αφορούν μόνον το πρόγραμμα με το οποίο θα διεκδικηθεί η εκλογική νίκη, αλλά και το πολιτικό υποκείμενο, το κόμμα ή τη συμμαχία κομμάτων το οποίο μπορεί να πείσει τους πολίτες ότι έχει ρεαλιστικές πιθανότητες εκλογικής νίκης απέναντι στη ΝΔ και στον Μητσοτάκη.
Από τη μεταπολίτευση μέχρι το 2023, το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα λειτουργούσε στο πλαίσιο του «δικομματισμού». Με αντίπαλο πόλο στην ΝΔ αρχικά το ΠΑΣΟΚ, από το 1977 μέχρι το 2010-11 και στη συνέχεια τον ΣΥΡΙΖΑ/ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ από το 2012 μέχρι το 2023. Έχει μεγάλη σημασία να παρατηρήσουμε ότι ο δικομματισμός είχε ως προϋπόθεση την συγκριτικά πολύ μικρότερη δύναμη των υπολοίπων κομμάτων, ακόμη και του 3ου σε ποσοστό. Αυτό όχι μόνον για να «βγαίνουν τα ποσοστά» και να σχηματίζεται κυβέρνηση με τη βοήθεια του εκάστοτε εκλογικού νόμου. Αλλά επίσης για να λειτουργούν αποτελεσματικά οι πολιτικοί και συναισθηματικοί εκβιασμοί των δυο κομμάτων εξουσίας προς τα υπόλοιπα. Γιατί το επιχείρημα της «χαμένης ψήφου» είναι τόσο περισσότερο πειστικό όσο χαμηλότερη βάση εκκίνησης έχουν τα ποσοστά των υπολοίπων κομμάτων. Απέδιδε ως επιχείρημα επί δεκαετίες για να συμπιέζει εκλογικά η ΝΔ την ακροδεξιά. Απέδιδε όλη τη δεκαετία του 2000, όταν το ΠΑΣΟΚ συμπίεζε τον Συνασπισμό και το ΚΚΕ με το επιχείρημα ότι η πρώτη θέση απαιτούσε ποσοστά άνω του 40%, Λειτούργησε υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ στις δυο εκλογικές αναμετρήσεις του 2015.
Η επιτυχία όμως του ΣΥΡΙΖΑ το 2015 ήταν και η αρχή του τέλους του μέχρι τότε δικομματικού συστήματος. Αυτό συνέβη επειδή την επιτυχία αυτή ακολούθησαν δυο αντιθετικές μεταξύ τους διαδικασίες.
● Από τη μια πλευρά, ένα σημαντικό τμήμα των ψηφοφόρων που από το ΠΑΣΟΚ μετακινήθηκαν στον ΣΥΡΙΖΑ ή των νέων ανθρώπων που ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ χωρίς να έχουν προηγούμενη κομματική προτίμηση (οι δυο βασικότερες δεξαμενές του 36% που συγκέντρωσε τότε ο ΣΥΡΙΖΑ) , σταθεροποιήθηκαν στην επιλογή να ψηφίζουν ΣΥΡΙΖΑ ή (μέσα στη μετέπειτα κρίση του) κομματικούς σχηματισμούς που προήλθαν από αποχωρήσεις από τον ΣΥΡΙΖΑ/ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ. Οι αριθμοί είναι σαφείς: Ο ΣΥΡΙΖΑ το 2009 πήρε 4,6%. Στις Ευρωεκλογές του 2024, ο ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ πήρε 15% και το άθροισμα των 3 ΣΥΡΙΖΟγενών κομμάτων (Πλεύση Ελευθερίας, Νέα Αριστερά, ΜΕΡΑ25 ) έφτασε το 8,5%. Ενώ και από το 9% του ΚΚΕ λογικά κάποιες ψήφοι προέρχονται από τους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ το 2015.Τι σημαίνει αυτή η (κατ’ αρχήν) σταθεροποίηση μιας μεγάλης μερίδας εκλογέων σε αυτή την κατεύθυνση; Ότι το ΠΑΣΟΚ δεν έχει πραγματικό περιθώριο να επιστρέψει σε ποσοστά που να το καθιστούν τον ένα πόλο ενός νέου δικομματισμού.
● Ταυτόχρονα όμως εξελίχθηκε και μια άλλη διαδικασία, η οποία δεν επέτρεψε ούτε στον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ να σταθεροποιηθεί σε πόλο ενός πραγματικού δικομματικού συστήματος.
Αφενός, το ΠΑΣΟΚ ξεκίνησε να επανασυσπειρώνεται, διαψεύδοντας όσους βιάστηκαν να το θεωρήσουν “τελειωμένο”. Αξιοποίησε στο έπακρο την ύπαρξη ενός ΠΑΣΟΚικού πυρήνα πολύ σκληρού αλλά και πολυάριθμου συγκριτικά με τα εκλογικά ποσοστά στα οποία είχε κατρακυλήσει το ΠΑΣΟΚ το 2015. Ενός πυρήνα με ισχυρές προσβάσεις στο συνδικαλιστικό κίνημα και στην Αυτοδιοίκηση, άρα με αναγνωρίσιμα στο κοινωνικό περιβάλλον τους μεσαία στελέχη.
Αφετέρου, είχαμε τις πολυδιάστατες συνέπειες της υπογραφής του τρίτου μνημονίου, την ταχεία “απομάγευση” των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και τον τραυματισμό του στελεχικού δυναμικού του από την “αριστερή μελαγχολία”. Τη διαρκή αναζήτηση της διαχωριστικής γραμμής ανάμεσα “στις πολιτικές που μας επιβάλλουν” και σε αυτές “που είναι δικές μας”. Τις επιλογές που έγιναν για τη διαχείριση του πλεονάσματος μετά την έξοδο από το μνημόνιο.
Με τον ΣΥΡΙΖΑ σε (ανομολόγητη αλλά υπαρκτή) κρίση ταυτότητας και το ΠΑΣΟΚ να επανασυσπειρώνεται σταδιακά, το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών του 2019, αν και καθαρή ήττα, θεωρήθηκε έως και ευχάριστη έκπληξη. Αυτή η στάση, οι συνεχείς δηλώσεις “μεγάλη επιτυχία που κρατηθήκαμε στο 32%”, δεν ήταν σε πλήρη αντιστοίχιση με την πραγματικότητα. Γιατί το αποτέλεσμα 40% ΝΔ προς 32% ΣΥΡΙΖΑ δημιουργούσε σε κάποια στρώματα της κοινωνίας την πεποίθηση ότι ο Μητσοτάκης είχε εξασφαλίσει προβάδισμα και για τις επόμενες εκλογές. Οι δημοσκοπήσεις λίγους μήνες μετά τις εκλογές του 2019 (ακόμα και πριν την πανδημία) έδειχναν μια σαφή μεγέθυνση της διαφοράς. Η βάση εκκίνησης του ΣΥΡΙΖΑ αμέσως μετά τις εκλογές του 2019 δεν ήταν το 32% αλλά αρκετά χαμηλότερη.
Τέλος, το εκλογικό σύστημα που είχε ψηφιστεί για τις μετέπειτα εκλογές, που τελικά έγιναν το 2023, ήταν η απλή αναλογική η οποία δεν επιτρέπει σκληρά εκβιαστικά διλήμματα. Καταλήξαμε λοιπόν σε αυτό που προαναφέραμε. Ο παλιός δικομματισμός είχε τελειώσει. Το αποτέλεσμα του 2023, περισσότερο αρνητικό από το αναμενόμενο για τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, απλώς το επιβεβαίωσε.
Γιατί όμως ήταν το εκλογικό αποτέλεσμα του 2023 τόσο αρνητικό, γιατί δεν “στάθηκε” ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ σε ένα 25-26%; Κυρίως επειδή η ΝΔ και ο Κ. Μητσοτάκης παρουσίαζαν ένα αφήγημα το οποίο ήταν όχι ιδιαίτερα ελκτικό αλλά αντικειμενικά συνεκτικό. Επιστροφή στην κανονικότητα, επιδοματικές πολιτικές που έγιναν εφικτές χάρη στη χαλάρωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας στην ΕΕ, μικρές αλλά “χειροπιαστές” προσδοκίες για ένα μεγάλο τμήμα των πολιτών. Απέναντι σε αυτό, ως ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ αναπτύσσαμε ένα αφήγημα το οποίο δεν είχε στρατηγικές διαφορές από το αντίστοιχο του 2019. Πόσο καταστροφικός είναι ο Μητσοτάκης για τη χώρα, πόσο καλύτερη από αυτόν ήταν η δική μας διακυβέρνηση. Αν οι πολίτες επρόκειτο να πεισθούν από αυτά και μόνον, θα είχαν πεισθεί ήδη το 2019.
Συν βέβαια η αρνητική εικόνα εμείς να επικαλούμαστε μια πιθανή πλειοψηφία των προοδευτικών και αριστερών δυνάμεων στη Βουλή της απλής αναλογικής και οι λοιπές προοδευτικές και αριστερές δυνάμεις να δηλώνουν ξεκάθαρα ότι δεν ενδιαφέρονται.
Μετά και τις ακόμη πιο αρνητικές για τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ εξελίξεις από τον Σεπτέμβριο του 2023 μέχρι σήμερα, στο πολιτικό σκηνικό έχει διαμορφωθεί η εικόνα της ύπαρξης μόνον ενός “μεγάλου κόμματος¨, της ΝΔ. Η δε φθορά της ΝΔ καταγράφεται στις Ευρωεκλογές , αλλά και δημοσκοπικά μετά από αυτές, κυρίως προς την ακροδεξιά.
12.
Μια ρεαλιστική εκτίμηση της κατάστασης είναι ότι δεν αρκεί σήμερα για την ευρεία Αριστερά ο στόχος της μη αυτοδυναμίας της ΝΔ στις προσεχείς εκλογές. Αντικειμενικά τίθεται και ένας πολύ πιο δύσκολος στόχος, το να μην μπορεί να σχηματίσει κυβέρνηση η ΝΔ με τη στήριξη ή την ανοχή της ακροδεξιάς, που προϋποθέτει να μην είναι η ΝΔ πρώτο κόμμα. Πως μπορεί να επιτευχθεί ή έστω να επιδιωχθεί με πιθανότητες επιτυχίας αυτός ο στόχος, με τα ποσοστά στα οποία κινούνται δημοσκοπικά ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και το ΠΑΣΟΚ ;
Η παλαιότερη (2015-2019) απάντηση του ΣΥΡΙΖΑ σε αυτό το ερώτημα ήταν “η αντικατάσταση του δικομματισμού από έναν γόνιμο διπολισμό”. Ξεκινώντας από αυτό το πολιτικά ενδιαφέρον σενάριο έχουν διαμορφωθεί σήμερα στον χώρο του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ δυο εναλλακτικές εκδοχές. Μια ισότιμη προεκλογική συνεργασία δυο ή περισσοτέρων κομμάτων (του ΠΑΣΟΚ οπωσδήποτε συμπεριλαμβανομένου), κατεύθυνση προς την οποία “δείχνει” και η Πολιτική Απόφαση του 4ου Συνεδρίου. Ή μια περισσότερο “προχωρημένη” άποψη, η σύγκλιση των ίδιων κομμάτων σε ένα καινούργιο πολιτικό σχήμα.
Είναι βέβαια γνωστό ότι υπάρχει και μια τρίτη -στρατηγικά διαφορετική – άποψη, η επιθυμία να μην προκύψει τελικά καμία συνεργασία και να δοθεί ξανά η μάχη “ποιό πρόσωπο μπορεί να νικήσει τον Μητσοτάκη”. Προς αυτή την άποψη μετακινήθηκε σταδιακά ο πρώην πρόεδρος Στ. Κασσελάκης, εγκαταλείποντας τις αρχικές δεσμεύσεις του για την υλοποίηση της συνεργασίας των αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων και ταυτιζόμενος αντικειμενικά με την εξίσου αρνητική για τις συνεργασίες στάση που είχαν κάποια (όχι όλα) από τα στελέχη τα οποία αποχώρησαν από το κόμμα τα τέλη του 2023.
Η κοινή λογική λέει ότι τα δυο πρώτα ενδεχόμενα δεν είναι αντιπαραθετικά. Η προεκλογική συνεργασία χωρίς αναίρεση της δομής και της διακριτής ταυτότητας των κομμάτων μπορεί να θεωρηθεί ως το αρχικό στάδιο για να εκτιμηθεί κατά πόσον είναι εφικτό το δεύτερο, χωρίς όμως και να το προδικάζει.
Εφόσον ο δημόσια επαναλαμβανόμενος σε όλους τους τόνους στόχους για την εκλογική ήττα της κυβέρνησης της ΝΔ από αριστερή-προοδευτική κατεύθυνση είναι ειλικρινής, η επιδίωξη καταρχήν προεκλογικής συνεργασίας είναι πραγματικά μονόδρομος. Ακούγεται μερικές φορές το αντεπιχείρημα “δηλαδή αμφισβητείτε τη δυνατότητα του κόμματος να νικήσει μόνο του τη ΝΔ;” Πρόκειται για μια επίκληση φαινομενικού κομματικού πατριωτισμού κενή περιεχομένου. Ούτε επιτρέπεται να παίζουν κάποιοι λόττο (στη λογική “κι αν μου κάτσει;”) με κίνητρο τις προσωπικές τους φιλοδοξίες, παρακολουθώντας ουσιαστικά απαθείς πολιτικές εξελίξεις που είναι πιθανόν να οδηγούν σε μια κυβέρνηση ΝΔ – ακροδεξιάς.
Για να επαναλάβουμε τα αυτονόητα, το ΚΚΕ και μόνον το ΚΚΕ έχει φροντίσει να αυτοεξαιρεθεί από κάθε σχετική συζήτηση. Ας μη δημιουργηθεί περιττή σύγχυση με εκκλήσεις ενότητας που συναντούν κλειστά αυτιά. Αναγκαστικά, ο μόνος στόχος προς αυτή την κατεύθυνση είναι η επιστροφή ψηφοφόρων οι οποίοι επέλεξαν το ΚΚΕ το 2023 και το 2024 ως ψήφο διαμαρτυρίας τόσο προς το πολιτικό σύστημα γενικά, όσο και προς την κρίση και τα φαινόμενα αναξιοπιστίας στον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ συγκεκριμένα.
13.
Η ειλικρινής επιδίωξη για τη συγκρότηση προεκλογικού μετώπου από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ δεν συνεπάγεται όμως αναγκαστικά την επιτυχία του εγχειρήματος. Στο θέμα αυτό απαιτείται αυξημένη προσοχή από τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ για να μην επαναληφθεί το φαινόμενο που διαδραματίστηκε πριν τις εκλογές του 2023 με την απλή αναλογική. Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ να κάνει εκκλήσεις ενότητας και το ΠΑΣΟΚ να βρίσκει επιχειρήματα ή έστω προφάσεις για να αρνείται, διατηρώντας τη συσπείρωση της εκλογικής του βάσης. Η επανάληψη ενός τέτοιου σκηνικού, μη κατανοητού από τον μέσο ψηφοφόρο, εκτός των άλλων θα έδινε στον Μητσοτάκη τη δυνατότητα να προβάλλεται σαν η μόνη πρακτικά εφικτή πρόταση διακυβέρνησης.
Ακόμη περισσότερο, η “πιο προχωρημένη” πρόταση για σύγκλιση σε έναν νέο πολιτικό σχηματισμό, προϋποθέτει τη συμφωνία σε αυτό του ΠΑΣΟΚ, το οποίο πρόσφατα γιόρτασε πανηγυρικά τα 50 χρόνια του. Όπως είπαμε, το βασικό εφόδιο στο οποίο έχει στηριχτεί το ΠΑΣΟΚ για την αργή αλλά σταθερή ανάκαμψή του είναι ο πολυπρόσωπος σκληρός πυρήνας του, ο οποίος ταυτίζεται απολύτως με την ιστορικότητα του ΠΑΣΟΚ και θεωρεί περιούσιο αυτό το brand name. Άρα καμία συναίνεση για διαφορετικές από τη συνέχιση του ΠΑΣΟΚ επιλογές δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη.
Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ οφείλει να ανασυγκροτηθεί παραμένοντας διαρκώς σε κατάσταση ετοιμότητας για όλα τα ενδεχόμενα. Με ειλικρινή και όχι προσχηματική διάθεση προεκλογικής συνεργασίας με τα άλλα κόμματα της ευρείας Αριστεράς (αντικειμενικά ξεκινώντας από το ΠΑΣΟΚ ώστε να υπάρχει ρεαλιστική εκλογική στόχευση). Αλλά και με γνώση ότι, δεδομένων των συσχετισμών, κανένα κόμμα δεν είναι σε θέση να καθορίσει μόνο του τις εξελίξεις. Σε κάθε περίπτωση λοιπόν, αυτονόητος στόχος είναι το καλύτερο δυνατό εκλογικό αποτέλεσμα. Με βάση ένα ανανεωμένο πολιτικό πρόγραμμα που δίνει αριστερές απαντήσεις στα μεγάλα προβλήματα της χώρας. Και με πρώτο βήμα την επανασυσπείρωση του κόσμου της ανανεωτικής, ριζοσπαστικής, σύγχρονης Αριστεράς, του κόσμου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, την αντιστροφή του κατακερματισμού του, όχι μόνον μέσα στις κομματικές δομές αλλά και σε όλους τους κοινωνικούς χώρους.
14.
Η ένταξη στην Αριστερά συνδέεται ιστορικά με ένα αξιακό φορτίο, με τους αγώνες για μια κοινωνία μεγαλύτερης ισότητας και περισσότερης ελευθερίας. Οι αγώνες αυτοί έχουν απαιτήσει μεγάλες θυσίες και το παράδειγμα των αγωνιστών και των αγωνιστριών της Αριστεράς εδώ και πάνω από 100 χρόνια στη χώρα μας αποτελεί πολύτιμη παρακαταθήκη για τις σημερινές γενιές.
Αυτή η αναντίρρητη πραγματικότητα δημιουργεί στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας την προσδοκία, και ακόμη περισσότερο την απαίτηση, τα στελέχη της Αριστεράς να επιδεικνύουν μια συμπεριφορά αντίστοιχη με το ιστορικό φορτίο που κουβαλούν στους ώμους τους. Όχι με την έννοια του να είναι ήρωες, κάτι που σε συνθήκες κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ευτυχώς δεν απαιτείται. Ούτε καν με την έννοια της αυταπάρνησης και της θυσίας κάθε προσωπικού στόχου για χάρη του συνόλου. Αλλά ως στοιχειώδης και ελάχιστη υποχρέωση να θέτουν το συλλογικό συμφέρον υπεράνω του προσωπικού και να πορεύονται στη ζωή με το “ύφος και ήθος” που αρμόζει στις αξίες που υπηρετούν. Απλά πράγματα, χωρίς μεγάλο κόστος. Η τυχόν αποτυχία όμως σε αυτά δημιουργεί αλγεινές εντυπώσεις στους πολίτες που επιδιώκουμε να εκπροσωπήσουμε.
Οι πολιτικές συλλογικότητες της Αριστεράς και εν προκειμένω ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ δεν έχει τη δυνατότητα να επιβάλλει στην πράξη έναν κώδικα συμπεριφοράς και “ορθών πρακτικών” στα στελέχη του. Τέτοιες μέθοδοι έχουν δοκιμαστεί στο μακρινό παρελθόν και έφεραν αρνητικά αποτελέσματα. Κανένας δεν επιθυμεί να επιστρέψουμε στις λογικές των νεοσταλινικών κομμάτων, τα οποία αστυνόμευαν την προσωπική ζωή των μελών τους και μάλιστα με έναν επικίνδυνο κοινωνικό συντηρητισμό.
Οι διαδικασίες όμως του χώρου και το υπόδειγμα καθημερινής λειτουργίας του απαιτείται να δίνουν το μήνυμα της συλλογικότητας και της αξιοπρέπειας. Η ανασυγκρότηση του χώρου μετά το τέλος της μεγάλης περιπέτειας στην οποία έχει μπει πρέπει να στηριχτεί και στην καταπολέμηση των φαινομένων παραγοντισμού, υπερίσχυσης των προσωπικών φιλοδοξιών απέναντι στο “κοινό καλό”, ακόμη χειρότερα ιδιοτέλειας εφόσον υπάρχει τέτοια περίπτωση.
Αυτό σημαίνει πρακτικά:
• Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ δεν πρέπει να μετατραπεί σε άθροισμα προσωπικών μηχανισμών των βουλευτών, όπως κατά κύριο λόγο ισχύει για τη ΝΔ.
• Το πραγματικό καθοδηγητικό όργανο, η ηγεσία του κόμματος, να είναι η Κεντρική Επιτροπή και τα όργανα τα οποία εκλέγει για να διαχειρίζονται την καθημερινότητα μεταξύ των συνεδριάσεών της, κινούμενη προφανώς στο πλαίσιο των συνεδριακών αποφάσεων.
• Ο Πρόεδρος του κόμματος δεν αποτελεί αποκλειστικό εκφραστή της “βούλησης των μελών”, ανεξάρτητα από τον άμεσο χαρακτήρα της εκλογής του. Η επιμονή στη συλλογικότητα κατά τη λήψη των αποφάσεων, ιδιαίτερα στο ανώτατο επίπεδο, λειτουργεί συμβολικά και διαπαιδαγωγητικά για το σύνολο του χώρου και αποτρεπτικά για την καλλιέργεια κουλτούρας προσωπικής πολιτικής σε όλα τα επίπεδα.
• Οι επαγγελματικές δομές είναι απαραίτητες σε κάθε κοινοβουλευτικό κόμμα για τη διαχείριση των απαιτήσεων της καθημερινής πολιτικής. Η λειτουργία τους όμως πρέπει να συνδυάζεται με τη φροντίδα για τη συνεχή ανάδειξη στελεχών που προέρχονται από (και παραμένουν ενεργά στους) κοινωνικούς χώρους, τον συνδικαλισμό, τα κοινωνικά κινήματα.
• Η επιδίωξη αυξημένης νομιμοποίησης της Κεντρικής Επιτροπής και των υποψηφίων του κόμματος για αιρετές θέσεις μέσω διαδικασιών “άμεσης εκλογής” είναι σε σωστή κατεύθυνση αλλά ταυτόχρονα εμπεριέχει έναν σοβαρό κίνδυνο. Δεν μπορούμε να παραγνωρίζουμε ότι τα μέλη και οι φίλοι του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ ζούμε εντός του πλαισίου που διαμορφώνουν οι κυρίαρχοι επικοινωνιακοί μηχανισμοί στην κοινωνία. Επηρεαζόμαστε και εμείς οι ίδιοι από την αναγνωρισιμότητα ή τη δημοφιλία που δημιουργούν τα ΜΜΕ και τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Είναι όμως προφανές ότι ένα κόμμα που επιδιώκει να αλλάξει την κοινωνία δεν μπορεί να έχει αυτές τις ιδιότητες ως βασικό κριτήριο για την επιλογή των στελεχών του. Κατά συνέπεια, όλες οι ανοιχτές διαδικασίες εσωκομματικών εκλογών/επιλογών πρέπει να συνδυάζονται με τη μέγιστη δυνατή πολιτικοποίηση της συζήτησης.
• Σε τελευταία ανάλυση, χωρίς να διολισθήσουμε στον απολίτικο λαϊκισμό, δεν επιτρέπεται να αγνοούμε τη σχέση της κοινωνικής θέσης με την κοινωνική συνείδηση, δηλαδή τη σημασία της ενδυναμωμένης συμμετοχής σε όλα τα επίπεδα του κόμματος πολιτών από τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα. Όχι περιπτωσιολογικά για να αποκλειστούν κάποιοι και να προωθηθούν άλλοι, αλλά στο πλαίσιο της συνολικής στελέχωσης των κομματικών δομών. Αυτός ο στόχος προφανώς παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκολία όσον αφορά τους βουλευτές και τις βουλεύτριες του κόμματος, αλλά θα πρέπει να επιδιωχθεί κατά το δυνατόν.
• Αυτές οι κρίσιμες για τη φυσιογνωμία του κόμματος επιδιώξεις δεν θα επιτευχθούν με το πάτημα ενός κουμπιού, δηλαδή με μια καταστατική ρύθμιση περί θητειών. Ο φορμαλισμός μιας τέτοιας “λύσης” μπορεί πανεύκολα να οδηγήσει στο αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, την κοινωνική συντηρητικοποίηση του κόμματος μέσω ενός περιστρεφόμενου καρουσέλ όπου στις θέσεις ευθύνης και δημόσιας εκπροσώπησης εναλλάσσονται γραφειοκρατικές επιλογές με α-πολιτικούς celebrities. Οι φυσιογνωμικοί στόχοι για το κόμμα που αναφέρονται στο παρόν Σημείο πρέπει να κατανοηθούν ως βαθύτατα πολιτικοί και όχι διοικητικοί– αλλιώς θα είναι κενοί περιεχομένου.
15.
Η άμεση εκλογή Προέδρου από τα μέλη (και τους φίλους του κόμματος που αποφασίζουν να γίνουν μέλη την ημέρα της εκλογής) εισήχθη στην ελληνική πολιτική ζωή με πρωτοβουλία του Γιώργου Παπανδρέου στο ΠΑΣΟΚ το 2004. Ο λόγος που ο ΓΑΠ επέλεξε την άμεση εκλογή του το 2004 (χωρίς πραγματικό εσωκομματικό αντίπαλο) ήταν η πραγματοποίηση μιας επίδειξης δύναμης απέναντι στη ΝΔ ενόψει των βουλευτικών εκλογών που ακολουθούσαν. Το νέο σύστημα σταδιακά υιοθετήθηκε από τη ΝΔ και τον ΣΥΡΙΖΑ- ΠΣ , με τη λογική ότι διασφαλίζει την άμεση συμμετοχή των μελών και φίλων του κόμματος στην εκλογή Προέδρου και άρα ενισχύει τη δημοκρατία στο κόμμα και επιτυγχάνει να ακούγεται η “φωνή της βάσης”.
• Ειδικά στον ΣΥΡΙΖΑ- ΠΣ η άμεση εκλογή Προέδρου προβλήθηκε και ως απάντηση σε υπαρκτά προβλήματα στη λειτουργία των κομματικών οργάνων και ιδιαίτερα της Κ.Ε., προβλήματα που οφείλονταν και στη λειτουργία των τάσεων μέσα στα όργανα. Η επιλογή αυτή είναι σωστή μέχρις ενός σημείου. Δεν μπορεί όμως να καταλήγει στην έννοια ενός απόλυτου “αρχηγού”, έννοια ασύμβατη με το φιλοσοφικό και αξιακό περιεχόμενο της Αριστεράς και ακόμη περισσότερο της ριζοσπαστικής και αντιδογματικής Αριστεράς.
• Ο ανεξέλεγκτος και αδιαμεσολάβητος ηγέτης στην Αριστερά δεν εξυπηρετεί σε τίποτα, αντίθετα δημιουργεί μόνον προβλήματα. Τα επιχειρήματα για την αναγκαιότητα ύπαρξης του, όπως ότι αυτά θέλουν οι ψηφοφόροι ή ότι η πολλή δημοκρατία στο κόμμα κάνει κακό, καταλήγουν στην άρνηση της ουσίας του προτάγματος της Αριστεράς. Γιατί στόχος της Αριστεράς δεν μπορεί παρά να είναι η εμβάθυνση και η ουσιαστικοποίηση της Δημοκρατίας και όχι οι διαρκείς εκπτώσεις για την επίτευξη του εκλογικού στόχου. Εκπτώσεις που καταλήγουν χωρίς αποτέλεσμα. Παίζοντας στο ιδεολογικό και αξιακό γήπεδο του αντιπάλου, γίνεται ακόμη δυσκολότερο να τον κερδίσεις, γιατί έχει τους κανόνες του παιχνιδιού υπέρ του. Με απλά λόγια, ένα κακέκτυπο της επικοινωνιακής εικόνας του Μητσοτάκη – που ήταν δυστυχώς η εικόνα που εξέπεμπε ο Πρόεδρος του κόμματος τον τελευταίο χρόνο- δεν είναι ο τρόπος να “τον νικήσεις” αλλά η εγγύηση να ηττηθείς.